Τασούλα Καραϊσκάκη ΤΑΣΟΥΛΑ ΚΑΡΑΙΣΚΑΚΗ

Οταν οι ηγέτες βρίζουν...

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

«Σ​​​​κύλας γιο» χαρακτήρισε προ ημερών τον πρόεδρο των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα ο πρόεδρος των Φιλιππίνων Ροντρίγκο Ντουτέρτε, και το BBC θυμήθηκε ότι το 1999 ο τότε υπουργός Αμυνας της Συρίας Μουσταφά Τλας είχε αποκαλέσει τον Αραφάτ «γιο» όχι μιας αλλά «60.000 πορνών». Το 2003 ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι είχε ονομάσει τον Μάρτιν Σουλτς «φρουρό των ναζί», το 2007 ο νυν Βρετανός ΥΠΕΞ Μπόρις Τζόνσον είχε αποκαλέσει τη Χίλαρι Κλίντον «σαδίστρια νοσοκόμα σε ψυχιατρείο», το 2010 ο πρώην ηγέτης του UKIP Νάιτζελ Φάρατζ είχε χαρακτηρίσει τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Χέρμαν βαν Ρομπέι «πατσαβούρα» και «χαμηλόβαθμο τραπεζοϋπάλληλο», ενώ πλήθος ακόμη απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς έχει δεχθεί ο Ομπάμα, όπως τους συνέλεξε ο επικεφαλής του Eurasia Group, Ian Bremmer: «κλόουν» τον είχε πει ο εκλιπών πρόεδρος της Βενεζουέλας Ούγκο Τσάβες, «μαϊμού σε ένα τροπικό δάσος» ο πρόεδρος της Β. Κορέας Κιμ Γιονγκ Ουν, «νέο, όμορφο και... μαυρισμένο» ο Μπερλουσκόνι.

Υβρεις και χλευασμοί που κάθε άλλο παρά απέτρεψαν τις μετέπειτα μεταξύ τους προσωπικές συναντήσεις, οι οποίες αντιθέτως ήταν ολόθερμες, δεν άφηναν να φανεί τι κρυβόταν κάτω από την καλοφορεμένη κοσμιότητα και τα κατά συνθήκην πολιτικά ψεύδη. To περιτύλιγμα της σύμβασης είχε μετατρέψει τη μαινάδα σε ευήκοο συνομιλητή.

Δεν είναι ότι η βρισιά εκπλήσσει. Ο καθένας εκφράζεται περισσότερο ή λιγότερο ελευθερόστομα, ανάλογα με την ιδιοσυγκρασία και την αγωγή του· τα βάζει με τον εαυτό του ή με τους θεούς και τους δαίμονες, κατεβάζει καντήλια, περιλούζει τον αντίπαλο, τον ενοχλητικό με όσα δεν έχουν ειπωθεί για το σόι και τους αγίους που λατρεύει. Οι βρισιές περισσεύουν στον δρόμο, στις παρέες, στα καφενεία, στα σχολεία (κοινές εκφράσεις που έχουν απολέσει το νόημά τους), στις κερκίδες, εκεί με ιδιαίτερη βιαιότητα, χυδαιότητα.

Ομως αποκτούν οχληρό βάρος όταν μεταφέρονται από το πεζοδρόμιο στην πολιτική, από την παρεΐστικη ελευθερία της καθημερινότητας στον διακρατικό ανταγωνισμό. Δεν είναι ότι αίφνης αίρεται η σοβαροφάνεια, ο καθωσπρεπισμός, η κατά συνθήκην ευγένεια που συνοδεύει τα δημόσια πρόσωπα, και αποκαλύπτεται ο οχετός. Είναι ο ασυμβίβαστος αφύσικος συνδυασμός της ανωτερότητας των «υπερ-όντων» της εξουσίας με την πεζότητα της βρισιάς, τα δύο ασυμφιλίωτα άκρα στην εικόνα του ίδιου προσώπου. Σαν να παραβιάζεται κάποιος νόμος της φύσης. Επειτα, η βρισιά δεν είναι δείγμα ελευθερίας, δημοκρατίας. Αλλά απουσίας αυτοσεβασμού και αισθητικής. Διότι αν κάτι φανερώνει η πλημμυρίδα των χυδαιοτήτων μόλις σπάσει λίγο το τσόφλι των καλών τρόπων, είναι το έλλειμμα αυταξίας και καλαισθησίας. Ούτε είναι ζήτημα ταμπού.

Βρισιές και χυδαιολογίες, που συνδέονται με δημόσια πρόσωπα, εκφέρονται από την απαρχή της σάτιρας, «θυγατέρας» του Μώμου και της Αλήθειας. Είναι ότι αποκαλύπτεται η τάση για κυριαρχία, για επικράτηση, διά του ευτελέστερου των μέσων, του «λουσίματος» του αντιπάλου (η ύβρις είναι το όπλο των χυδαίων, έλεγε ο Βάκων).

Συμπεριφορά που, παρά ταύτα, δεν «τραυματίζει» τους υψηλούς βωμολόχους. Ολη η ανεκδοτολογική πολυλογία περί αθυρόστομων ηγετών, με την οποία ο Τύπος ψυχαγωγεί το κοινό, στο βάθος τούς μυθοποιεί. Και εκείνοι, αντλώντας δύναμη από την ανανεωμένη τους δημοτικότητα, ασκούν ευκολότερα την όποια –ενίοτε καταστροφική– πολιτική τους...

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ