Τάκης Θεοδωρόπουλος ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ

Πνευματικές μιλίτσιες

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:

Ο​​ταν ο Στρατής Τσίρκας εξέδωσε τη «Λέσχη», η τότε ηγεσία του ΚΚΕ τού ζήτησε να την αποκηρύξει. Για να αντιληφθεί κανείς τη σημασία της χειρονομίας, δεν φτάνει να αναφερθεί στην πνευματική ανελευθερία της κομμουνιστικής νοοτροπίας. Πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν και η αγραμματοσύνη της ηγεσίας του ΚΚΕ. Πέντε στελέχη, που το πιθανότερο είναι ότι η αντίληψή τους για τη λογοτεχνία περιοριζόταν στο «Πώς δενότανε τ’ ατσάλι», θεωρούσαν εαυτούς αρμόδιους για να κρίνουν και να αποφασίσουν για την αξία, την έστω ιδεολογική, ενός έργου που στη συνέχεια αποδείχθηκε ένα από τα σημαντικότερα της λογοτεχνίας μας.

Δύο χρόνια αργότερα, όταν εξεδόθη η «Αριάγνη», τη σκυτάλη της λογοκρισίας παρέλαβε ο Μάρκος Αυγέρης. Αγράμματος δεν ήταν. Ηταν όμως στέλεχος της μιλίτσιας που προσπαθούσε να ελέγξει, για λογαριασμό του ΚΚΕ, την κυκλοφορία των ιδεών στη χώρα μας. Ενας αριστερός συγγραφέας, όπως ο Τσίρκας, πρέπει πρώτα να έχει στον νου του την κομματική γραμμή και μετά την έμπνευσή του. Φτάνει μόνο να αναλογιστούμε τι πέρασαν ο Πάστερνακ και ο Μπουλγκάκοφ στη σοβιετική πατρίδα για να το θεωρήσουμε εντελώς φυσιολογικό. Δεν υπάρχει πνευματική παραγωγή. Υπάρχει μόνον η κομματική ορθοδοξία.

Μετά ήρθε ο καιρός της «τσογλανοπαρέας που κάνει κριτική», όπως λέει κι ο Σαββόπουλος. Η τριλογία είχε ολοκληρωθεί και με τη «Νυχτερίδα», και μετά την έκδοσή της στα γαλλικά τής είχε απονεμηθεί το βραβείο κριτικών για το καλύτερο ξένο μυθιστόρημα. Ο Τσίρκας, ένας σεμνότατος και αξιοπρεπέστατος άνθρωπος, είχε επισκεφθεί το Παρίσι και ανάμεσα στα άλλα είχε τη μάλλον κακή ιδέα να μιλήσει και σε μια συγκέντρωση Ελλήνων φοιτητών. Οι οποίοι δεκάρα δεν έδιναν για τη λογοτεχνία του. Εκείνο που τους ενδιέφερε ήταν να τον βάλουν να απολογηθεί επειδή είχε δεχθεί να πάρει την υποτροφία του Ιδρύματος Φορντ επί δικτατορίας. Σημειωτέον ότι ο άνθρωπος, όπως και πολλοί άλλοι συγγραφείς, είχε πρόβλημα επιβίωσης στην επταετία. Σημειωτέον επίσης ότι το Ιδρυμα Φορντ, σε αντίθεση με το Κ.Κ., δεν παρενέβαινε καθόλου στην πνευματική παραγωγή των υποτρόφων του. Αντε να το καταλάβουν αυτό οι μαοϊκοί και οι τροτσκιστές που του ζητούσαν να απολογηθεί.

Το 1985 εξεδόθη στα ελληνικά η περίφημη «Ελένη» του Νίκου Γκατζογιάννη. Μεταφραστής ο Αλέξανδρος Κοτζιάς. Οι επιθέσεις που δέχθηκε ήσαν ανελέητες, χειρότερες ακόμη κι απ’ αυτές που είχε υποστεί ως συγγραφέας. Κάποιος έφτασε να γράψει πως, για να ολοκληρώσει το έργο της αντικομμουνιστικής προπαγάνδας στο οποίο ήταν ταγμένος, βελτίωσε το πρωτότυπο μεταφράζοντάς το. Τρία χρόνια πριν, κριτικός κινηματογράφου ο οποίος παραμένει λαλίστατος και είναι πάντα θυμωμένος όταν βγαίνει στην τηλεόραση, ο Δ. Δανίκας, έγραφε στον «Ριζοσπάστη» πως πρέπει να είσαι «ιδεολογικά θωρακισμένος» αν θέλεις να δεις τον «Ανθρωπο μάρμαρο» του Βάιντα. Γι’ αυτούς τους ανθρώπους η ελευθερία της έκφρασης μοιάζει με τη γρίπη.

Φανατικοί; Ας πούμε ναι. Κυρίως, όμως, αρκετά κυνικοί και ανέντιμοι ώστε να θεωρούν ότι το δίκιο είναι πάντα με το μέρος τους. Είναι το περίφημο ηθικό πλεονέκτημα της αριστεράς. Και όταν λέμε ότι ένα από τα προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας είναι ότι σε όλη τη διάρκεια της μεταπολίτευσης η αριστερά κυριαρχούσε στον πνευματικό χώρο, δεν εννοούμε την ισχνή παραγωγή έργου. Εννοούμε πως αν δεν ήσουν αριστερός ή αν έγραφες ή έλεγες κάτι που οι αριστεροί δεν θεωρούσαν δικό τους, έπρεπε να απολογηθείς γι’ αυτό.

Και πέρασαν τα χρόνια, ο Ψυχρός Πόλεμος έληξε με τη συντριβή του υπαρκτού σοσιαλισμού, οι αντίπαλοι του Τζέιμς Μποντ άλλαξαν, όπως άλλαξε και η θεματική τού πάντα υπέροχου Τζον Λε Καρέ. Ο κόσμος άλλαξε, όμως η ελληνική αριστερά δεν άλλαξε. Προ μηνός, ο Νίκος Χατζηνικολάου δημοσίευσε στην εφημερίδα «Αυγή» ένα άρθρο-καταπέλτη, όπου στηλιτεύει τον ημέτερο και φίλο Δημήτρη Χαντζόπουλο. Κατ’ αρχάς, δυο λόγια για τον κ. Χατζηνικολάου. Είναι ομότιμος καθηγητής Ιστορίας της Τέχνης και στο βιογραφικό του αναφέρει πως έχει εκδώσει 25 έργα. Περιλαμβάνεται και το διδακτορικό του, με θέμα «Η ταξική πάλη στη Γαλλία μέσα στην παραγωγή εικόνων από το 1829 ώς το 1831», το οποίο παραμένει ανέκδοτο. Εκ των υπολοίπων, τα 17 είναι επιμέλειες είτε καταλόγων εκθέσεων είτε συλλλογικών έργων. Θεωρείται ειδικός για τον Γκρέκο, αλλά δεν βρήκα κάποιο έργο του για τον ζωγράφο.

Κατηγορεί τον Χαντζόπουλο ότι δουλεύει στην «πολιτική προπαγάνδα», σ’ ένα από τα επαγγέλματα που δεν χάνονται. Και προκειμένου να αποδείξει ότι ο ίδιος αποστρέφεται την πολιτική προπαγάνδα, αναρωτιέται πώς είναι δυνατόν «να χτυπάς έναν ηγέτη της δημοκρατικής Αριστεράς με τόσο μένος όταν δεν μπορείς να του προσάψεις τίποτα ως προς τον σεβασμό των δημοκρατικών αρχών... όταν ξέρεις πόσο σάπιοι είναι εκείνοι που θέλουν να τον διαδεχθούν». Μη γελάτε, παρακαλώ. Ο ίδιος δεν γελάει. Πέρα από το καφενόβιο των επιχειρημάτων του κ. καθηγητή, οφείλω να διατυπώσω μια απορία: οι κομμουνιστικές μιλίτσιες κολάκευαν, ίνα μη είπω άλλον τι, κοτζάμ σοβιετική ηγεσία. Αυτοί εδώ γιατί στην ευχή μάς ταλαιπωρούν; Θα μου πείτε τόσες υποψήφιες χηρεύουσες θέσεις υπάρχουν.

Ο Δημήτρης Χαντζόπουλος εκτίθεται καθημερινά με τα σκίτσα του. Ο κ. Χατζηνικολάου πότε και πώς έχει εκτεθεί με το έργο του; Μα είναι καθηγητής και δη αριστερός. Και θα σας πω: ναι, αυτό είναι το πρόβλημα της Ελλάδας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ