Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Το γούστο του ηγεμόνος

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Εχει απασφαλίσει η ελληνική κοινωνία. Δεν είναι καινούργιο αυτό, βέβαια. Το μνημονεύουμε με διάφορους τρόπους από την αρχή, σχεδόν, της κρίσης. Τα στάδια οργής, βίας, στοχοποίησης, εμπάθειας μέχρι ασφυξίας, σιωπής και απόσυρσης,πότε παθητικής πότε επιθετικής, δημιουργούν λες έναν διαρκή, συριστικό ήχο, έναν άλλοτε εμφανή άλλοτε υπόκωφο θόρυβο· σαν να αναδεύονται μπουγαδόνερα πριν σκορπίσουν στο σοκάκι. Θα μπορούσαμε να εμπνευστούμε κι άλλες, πιο σύγχρονες, παρομοιώσεις. Προτιμήσαμε αυτή που ανακαλεί κινηματογραφικές εικόνες παλιάς γειτονιάς.

Εστω κι αν το παρελθόν γιατί δεν έχει σχέση, άμεση τουλάχιστον, με το παρόν. Γιατί το «μη σε πιάσει στο στόμα της/του» ήταν λίγο πολύ μια προσωπική υπόθεση. Τώρα, πλέον, αποτελεί κυβερνητική γραμμή. Ο καθεστωτικός κυνισμός και η καθεστωτική ύβρις. Η ρητορική Πολάκη. Μια αντίληψη λόγου και διαλόγου που ανάγει το «βρε, βρε, την κυρία τάδε» (και να σου μια επαγγελματική φωτογραφία της σε «λάθος» μέρος, με «λάθος» πρόσωπα) σε εθνική υπόθεση. Για την ακρίβεια, σε εθνικό χαφιεδισμό.

Ο αυριανισμός της δεκαετίας του ‘80 ποτέ δεν πεθαίνει. Τα αλησμόνητα πρωτοσέλιδα θέματα της εποχής, που στοχοποιούσαν ανθρώπους, καλλιέργησαν το έδαφος. Διασχίσαμε ανέμελοι και αφηρημένοι τα χρόνια της ευφορίας, με τα ιδιωτικά κανάλια συντονισμένα στις αξίες της «παραλιακής», ξυπνήσαμε στον εφιάλτη του 2012 με τη Χρυσή Αυγή και τον Ηλία Κασιδιάρη να χαστουκίζει σε... ζωντανή μετάδοση τη Λιάνα Κανέλλη και συνεχίζουμε ακάθεκτοι με «ραπίσματα» μετασχηματισμένα σε λογής λογής αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης από διακεκριμένα στελέχη της κυβέρνησης.

Δεν είναι να απορεί κανείς που βρίσκονται μερικές εκατοντάδες να επικροτούν (με τη μορφή των likes) παρόμοια περιστατικά. Η απόσταση από τη δημόσια αφόδευση μπορεί και να μην είναι τόσο μεγάλη όσο νομίζουμε.

Το πλέον επικίνδυνο είναι ότι νομιμοποιείται ως τρόπος επικοινωνίας. Το χειρότερο και πιο βρωμερό δήθεν «επιχείρημα» στο μανίκι βρίσκει ανταπόκριση στο «πεσ’ τα, χρυσόστομε» ακόμη κι από ανθρώπους που δεν θα το παραδέχονταν ποτέ δημόσια. Κι αυτό ανήκει, επίσης, στην κατηγορία του «πλέον επικίνδυνου»: ότι υπάρχει ένα κρυφό χαμόγελο επιβράβευσης πίσω από τη στάση του «φυσικά και διαφωνώ». Γιατί η διαφωνία δεν είναι ούτε υπονοούμενα ούτε καν ομολογία σε τηλεοπτικά πάνελ· είναι στάση ζωής.

Η εκάστοτε εξουσία δίνει τον τόνο και επιβάλλει το ύφος. Το «γούστο του ηγεμόνος» είναι μια παλιά, σταθερή και αμετάβλητη αρχή. Πώς θα ισχυροποιηθούν οι άμυνες ώστε το «ακατάληπτοι δεσμοί» (αντί για ακατάλυτοι) να μην θεωρείται χαριτωμένο γλωσσικό ολίσθημα που εκτονώνεται σε τρολαρίσματα και διαδικτυακά ανέκδοτα; Πώς θα ισχυροποιηθούν οι άμυνες ώστε το «βρε, βρε... το κοριτσάκι μας - θεραπαινίδα» δεν θα νομιμοποιηθεί ως θεμιτός τρόπος αντίδρασης; Πώς, δηλαδή, δεν θα γλιστρήσουμε ύπουλα σε μια προγλωσσική κατάσταση, κατά την οποία θα «μιλάμε» –γενικώς– όπως μας αρέσει; Οπως γουστάρουμε, για να είμαστε πιο ακριβείς. Χωρίς αρχές και χωρίς κανόνες (ούτε καν γραμματικούς).

Δεν λείπουν τα λάθη και οι (πολύ) κακές στιγμές από τον δημόσιο βίο, δημόσιων - πολιτικών προσώπων. Γι’ αυτό υπάρχει και η «συγγνώμη»· δεν δηλώνει αδυναμία. Αντιθέτως· μας προφυλάσσει από την έπαρση και μας διδάσκει την αναγκαία επιφύλαξη. Αλλά τι λέμε τώρα; Η αποδοχή του λάθους χρειάζεται οργανωμένες άμυνες, επάρκεια ψυχικού και διανοητικού αποθέματος τέτοια που να αναδίνει ισχύ. Να μην εισπράττεται ως δημόσια ταπείνωση και απώλεια τεστοστερόνης.

Η «συγγνώμη» είναι εκδοχή θεσμοθετημένου πολιτισμού. Διδάσκει και διδάσκεται, διαμορφώνοντας κυρίως συνειδήσεις.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ