ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Εταιρικά ομόλογα με αρνητικά επιτόκια

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Οι ευρωπαϊκές αγορές ομολόγων, υπό καθεστώς έντονου ενθουσιασμού, καταδεικνύουν την ισχύ της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και τους περιορισμούς της. Οι αγορές σταθερού εισοδήματος κάνουν θαύματα κάθε μέρα. Η Sanofi, ο γαλλικός φαρμακευτικός όμιλος, και η Henkel, ο γερμανικός όμιλος καταναλωτικών και βιομηχανικών προϊόντων, προχώρησαν στην έκδοση ομολόγων με αρνητικό επιτόκιο στο -0,05% στις 6 Σεπτεμβρίου. Είναι η πρώτη φορά που οι επενδυτές πληρώνουν τις εταιρείες, αποδεχόμενες αρνητικό επιτόκιο όσο τους δανείζουν χρήματα. Μέχρι πρόσφατα, οι επενδυτές ήταν διατεθειμένοι να θυσιάσουν αποδόσεις από την αγορά κρατικών ομολόγων της Ευρωζώνης, προκειμένου να διασφαλίσουν τα κεφάλαιά τους σε μια οικονομική συγκυρία όπου επικρατεί η αβεβαιότητα.

Από την πλευρά των επενδυτών, η αναζήτηση αποδόσεων σε περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για την προσφορά εναλλακτικών και ίσως παρακινδυνευμένων επιλογών. H Schaeffler, η εταιρεία παραγωγής μηχανολογικών κυλινδρικών εξαρτημάτων για αυτοκινητοβιομηχανίες, εταιρείες αεροδιαστημικής και λοιπές βιομηχανίες, και η Ardagh, που δραστηριοποιείται στον τομέα των συσκευασιών, έχουν εκδώσει ομόλογα pay-in kind (πληρωμής σε είδος, δηλαδή με μετοχές ή παρεμφερείς τίτλους), γεγονός που δίνει το περιθώριο στον δανειζόμενο να διαφοροποιηθεί από την τυπική καταβολή των τόκων. Το ομόλογο της Schaeffler αναμένεται να εξασφαλίσει απόδοση 2,75% και 3%, που είναι εξαιρετικά χαμηλή απόδοση, σύμφωνα με την IFR.

Οι προσφορές αυτές είναι επακόλουθο των μέτρων ποσοτικής χαλάρωσης που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), μειώνοντας το βασικό επιτόκιό της και το επιτόκιο αποδοχής καταθέσεων σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Πρόσφατα συμπεριέλαβε εταιρικούς τίτλους στο πρόγραμμα αγορών κρατικών ομολόγων. Οι επενδυτές που κάποτε προτιμούσαν τις τοποθετήσεις σε κρατικά ομόλογα ή ρευστό αναζητούν σήμερα ευκαιρίες στην αγορά των εταιρικών ομολόγων, αναγκάζοντας έτσι κάποιους να αναλάβουν μεγαλύτερο ρίσκο στα χαρτοφυλάκιά τους.

Οι συνθήκες έκδοσης στην αγορά των εταιρικών ομολόγων χαλαρώνουν, αλλά δεν υπάρχουν σημάδια που να δείχνουν πως οι εταιρείες λαμβάνουν παρακινδυνεύμενες αποφάσεις λόγω αυτού του γεγονότος. Σύμφωνα με στοιχεία της Citigroup, ο μέσος όρος των χρεών για τις ευρωπαϊκές εταιρείες αντιστοιχεί σε 1,4 φορές των κερδών προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων (EBITDA). Η αντίστοιχη αναλογία στις ΗΠΑ είναι 2,3 φορές τα κέρδη EBITDA.

Το πρόβλημα είναι πως αυτή η χρηματοδότηση με υπερβολικά ευνοϊκούς όρους δεν μεταφράζεται σε υψηλότερη παραγωγή ή περισσότερες επενδύσεις. Στην τελευταία συνεδρίαση, που πραγματοποιήθηκε στις 8 Σεπτεμβρίου, η ΕΚΤ αναθεώρησε προς τα κάτω τις προβλέψεις για την ανάπτυξη και τον πληθωρισμό. Η Citigroup εκτιμά πως η αύξηση των πάγιων επενδύσεων θα επιβραδυνθεί στο 2,7% κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου, με ισχυρή την πιθανότητα να μειωθεί περαιτέρω το 2017. Οι εταιρείες δεν ενθαρρύνονται από το τρέχον κλίμα αβεβαιότητας και οι καταναλωτές έχουν γίνει συντηρητικοί στις δαπάνες εξαιτίας της ανασφάλειας που επικρατεί.

Επαφίεται στις κυβερνήσεις να προωθήσουν μεταρρυθμίσεις και να δανειστούν για να επενδύσουν στην πραγματική οικονομία. Εντούτοις, οι κυβερνήσεις έχουν «παγώσει» τα μέτρα μεταρρυθμίσεων και δαπανούν πολύ λιγότερα συγκριτικά με τους φόρους που εισπράττουν πλην των έντοκων δαπανών.

Παρ’ όλα αυτά, ένας στους 10 υποψήφιους εργαζομένους είναι εκτός αγοράς εργασίας. Ο πρόεδρος της ΕΚΤ έχει παροτρύνει τις κυβερνήσεις να χαλαρώσουν τη δημοσιονομική πολιτική τους.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ