ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ο Αμερικανός ηθοποιός Τζέικ Τζίλενχαλ και ο Καναδός σκηνοθέτης Ζαν Μαρ Βαλέ («Dallas Buyers Club») ανεβάζουν κατακόρυφα το θερμόμετρο της νέας κινηματογραφικής εβδομάδας με το «Ξανά από την αρχή» (*****) (Demolition). Αληθινά ξεχωριστή αμερικανική ταινία, υπαρξιακό δράμα που κλιμακώνεται σαν ταινία... καταστροφής, παλλόμενη από συγκίνηση.

Ενας άνδρας, ο Ντέιβις, καταστρέφει την εικόνα του ως επιτυχημένος χρηματιστής αλλά και ως τέλειος σύζυγος. Το φιλμ ξεκινάει όπως τα χολιγουντιανά μελοδράματα γύρω από την απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου (ο Ντέιβις θα χάσει τη γυναίκα του σε τροχαίο), ο ήρωάς του όμως, αντί για θλίψη και πόνο, νιώθει «επικίνδυνα» απαθής για το κακό που τον βρήκε. Αποστασιοποίηση είναι η λέξη που είχε στο μυαλό του ο σεναριογράφος Μπράιαν Σάιπ.

Ο Τζίλενχαλ, ο οποίος πήρε όλο το βάρος του «Ξανά από την αρχή» στους ώμους του, παραδίδει μαθήματα... ισορροπίας σε έναν ρόλο με υπαρξιακό βάθος αλλά και δυναμισμό ψυχωσικού καταστροφέα. Ο Ντέιβις μετατοπίζεται μεθοδικά προς την «τρέλα»: στέλνει μακροσκελείς χειρόγραφες επιστολές σε μια άγνωστη γυναίκα (υπεύθυνη παραπόνων σε εταιρεία αυτόματων πωλητών), σαν να απευθύνεται στον ψυχαναλυτή του. Και λίγο μετά κατεδαφίζει το μοντέρνο σπίτι του με μπουλντόζα. Εχει για βοηθό τον 14χρονο γιο της υπεύθυνης παραπόνων.

Η αίσθηση πυκνότητας, η ομοιογένεια ύφους και η ατμόσφαιρα απογειώνουν το «Ξανά από την αρχή». Στα πιο συναρπαστικά ξεσπάσματά του διατρέχει τις εικόνες του το La Boheme (και με τη φωνή του Σαρλ Αζναβούρ).

Σχηματικά, ο «Επαναστάτης» (***) του Γκάρι Ρος είναι ο άγνωστος αμερικανικός εμφύλιος πόλεμος. Το σενάριο (ο πιο αδύναμος κρίκος της ταινίας) βασίζεται σε αληθινή ιστορία. Το 1862, ο Νιούτον Νάιτ, αγρότης που είχε επιστρατευθεί ως τραυματιοφορέας, βλέπει τους μικροκτηματίες του Νότου να ρίχνονται στο σφαγείο του εμφυλίου, ενώ τους μεγαλογαιοκτήμονες να απολαμβάνουν τη λεμονάδα τους στις φυτείες και λιποτακτεί. Στην πορεία του πολέμου θα οργανώσει ένα στρατιωτικό σώμα αγροτών (ανυπότακτων και λιποτακτών) αλλά και μαύρων και θα στραφεί εναντίον του στρατού των Νοτίων. Κάποια στιγμή θα ανακηρύξουν την περιοχή, την οποία οποία ελέγχουν, Ελεύθερη Πολιτεία Τζόουνς (Free State of Jones είναι ο πρωτότυπος τίτλος της ταινίας).

Ο Ρος («Pleasantville») κόβει τις γέφυρες με το πολιτικώς ορθό, με το οποίο πια στις ΗΠΑ έχει εμποτιστεί ό,τι αναφέρεται στο φυλετικό, θυμίζοντάς μας λιγάκι τα πολιτικά δράματα του Κεν Λόουτς για την Ιρλανδία. Η ανάπτυξη της ταινίας όμως, ιδιαίτερα προς το τέλος, έχει τη λογική σοβαρού τηλεοπτικού σίριαλ.

Στις «Εννιά ζωές» (**1/2) του Μπάρι Σόνενφελντ ένας αυτοδημιούργητος Κροίσος, οραματιστής όπως οι παλιοί καπιταλιστές, παραμελεί τη μικρή του κόρη. Ενα ατύχημα (στο οποίο έχει «βοηθήσει» και ένα σατανικό διευθυντικό στέλεχος της εταιρείας του) τον ρίχνει σε κώμα στέλνοντας την ψυχή του στο σώμα ενός γάτου. Πρωταγωνιστεί ο Κέβιν Σπέισι.

Στο «Μωρό της Μπρίτζετ Τζόουνς» (**), με τη Ρενέ Ζελβέγκερ, την παράσταση κλέβει η Εμα Τόμσον σε έναν μικρό ρόλο. Οι φαν των προηγούμενων ταινιών της Μπρίτζετ δεν θα απογοητευθούν.

Στο κωμικό και ολίγον γκροτέσκ «Εγώ και ο Καμίνσκι» (**)  ο σκηνοθέτης Βόλφγκανγκ Μπέκερ («Αντίο Λένιν») θέτει ζητήματα γύρω από την τέχνη, το εμπόριό της, αλλά και τον καλλιτέχνη. Ενας φιλόδοξος δημοσιογράφος θέλει να γίνει βιογράφος του τυφλού(;) ζωγράφου Μανουέλ Καμίνσκι.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ