Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

«Οσοι δεν έχουν μνήμη δεν ζουν πουθενά»

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Σ​​τη Χιλή, στην έρημο Ατακάμα, σε τρεις χιλιάδες πόδια υψόμετρο, αστρονόμοι από όλον τον κόσμο συγκεντρώνονται για να παρατηρήσουν τα αστέρια... Κάπως έτσι ξεκινάει η αφήγηση στο ντοκιμαντέρ του Πατρίσιο Γκουζμάν «Νοσταλγώντας το φως», με εικόνες που εξαρχής δηλώνουν ότι κάτι άλλο αναζητούν εκτός από την περιγραφή, για να πάρει πολύ γρήγορα απροσδόκητη τροπή.

«Για έναν αστρονόμο, ο μόνος πραγματικός χρόνος είναι αυτός που έρχεται από το παρελθόν. Το φως των αστεριών κάνει εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια για να φτάσει εδώ. Αυτός είναι και ο λόγος που οι αστρονόμοι ψάχνουν πάντα πίσω, στο παρελθόν», σημειώνει ο Χιλιανός σκηνοθέτης και συνεχίζει: «Συμβαίνει το ίδιο με τους ιστορικούς, τους αρχαιολόγους, τους γεωλόγους, τους παλαιοντολόγους και τις γυναίκες που ψάχνουν τους αγνοούμενους συγγενείς τους. Ολοι τους καταλήγουν στο ίδιο: ψάχνουν το παρελθόν ώστε να είναι σε θέση να κατανοήσουν καλύτερα το παρόν και το μέλλον. Μπροστά στο αβέβαιο μέλλον, μόνο το παρελθόν μπορεί να διαφωτίσει». Ο 75χρονος δημιουργός μοιάζει απολύτως απορροφημένος, δεσμευμένος, στις έννοιες της μνήμης και του χρόνου. Πέρυσι, είχαμε αναφερθεί στο «Μαργαριταρένιο κουμπί» με επίκεντρο τη Δυτική Παταγωνία. Η Οροσειρά των Ανδεων βυθίζεται στο νερό και αναδύεται εκ νέου με τη μορφή χιλιάδων νησιών. Είναι ένας άχρονος τόπος. Ενα αρχιπέλαγος βροχής. Το νερό σαν πηγή ζωής, ιστορίας και μνήμης. Διασχίζοντας τους αιώνες φτάνει και στον 20ό, στη δεκαετία του ’70, στη δικτατορία του Πινοσέτ, στον αφανισμό χιλιάδων ανθρώπων, τα φρικτά βασανιστήρια, τα πτώματα που έπεφταν από τα ελικόπτερα στη θάλασσα.

Το «Νοσταλγώντας το φως» προηγείται χρονικά (είναι παραγωγή του 2010 και προβάλλεται στην Αθήνα από την ερχόμενη Πέμπτη). Ο Γκουζμάν ξεκινάει την αναζήτησή του με ένα τηλεσκόπιο, αυτήν «την πύλη προς τον κόσμο». Το φως του ήλιου θέλει 8 λεπτά για να έρθει στη Γη. Αρα, παρόν δεν υπάρχει, σχολιάζει ο Γκασπάρ, ένας νέος αστρονόμος. «Είμαστε συνηθισμένοι να ζούμε πίσω από την εποχή μας».

Ο φακός του περιεργάζεται την έρημο, «ένα χρονικό όριο που αποτελείται από αλάτι κι άνεμο». Σαν να παρατηρούμε το έδαφος του Αρη. Ομως στην Ατακάμα αναγνωρίζουμε στρώσεις πολιτισμού: την προκολομβιανή περίοδο, τα σχέδια των βοσκών της προϊσπανικής εποχής. Μούμιες από την εποχή του Κολόμβου, εγκαταλελειμμένα ορυχεία του 19ου αιώνα, σύγχρονα τηλεσκόπια.

Κι ανάμεσά τους, πορεύονται, άχρονες λες, γυναίκες αγνοουμένων, δολοφονημένων από το καθεστώς Πινοσέτ, αδελφές, μητέρες, σύζυγοι, που αναζητούν, δεκαετίες τώρα, ό,τι απέμεινε από τους δικούς τους ανθρώπους που είναι σκορπισμένοι στην έρημο της Ατακάμα. Με ένα φτυάρι, υπομονή (ένα κράμα απελπισίας και ελπίδας), σκάβουν και πότε κάτι διακρίνουν, συνήθως όμως απογοητεύονται. Αλλά ξαναρχίζουν.

«Μέχρι να βρουν τους συγγενείς τους... δεν έχουν γαλήνη». Σε μια ατέρμονη πορεία κάτω από τον ήλιο. Περίεργοι ταξιδιώτες ενός σύμπαντος ανεξιχνίαστου και απρόσμενου, όσο και οι αφηγήσεις τους στον φακό.

«Μακάρι τα τηλεσκόπια να μην κοιτούσαν μόνο προς τον ουρανό αλλά να έψαχναν και στη γη», λέει μια 70χρονη γυναίκα, με κοντά λευκά μαλλιά και όμορφο ηλιοκαμένο πρόσωπο, που ψάχνει για τον αγνοούμενο αδελφό της.

Αστρονόμοι, αρχαιολόγοι, περιπλανώμενες γυναίκες, μοιράζονται τον ίδιο έρημο χώρο. Μια χώρα παγιδευμένη σε ένα πραξικόπημα που την ακινητοποιεί στον χρόνο, επιστήμονες που αναζητούν απαντήσεις σε ερωτήματα τα οποία, μόνον και πάντα, θα αυξάνονται. Πορευόμαστε ανάμεσα σε δυο ερήμους, μοιάζει να λέει ο Γκουζμάν, κινώντας τον φακό από την Ατακάμα στον έναστρο θόλο. Η περιέργεια είναι καύσιμο ζωής, η διαρκής αναζήτηση θαρρείς ότι απομακρύνει από τον «κίνδυνο» της ανακάλυψης. «Η μνήμη έχει τη δύναμη της βαρύτητας. Μας έλκει διαρκώς προς τα κάτω», λέει ο Γκουζμάν. «Οσοι δεν έχουν μνήμη δεν ζουν πουθενά», καταλήγει και δεν ξέρεις αν αυτό είναι έπαινος ή μομφή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ