ΒΙΒΛΙΟ

Από το χώμα στην ευωχία

ΛΙΝΑ ΠΑΝΤΑΛΕΩΝ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΑΞΙΩΤΗΣ
Με χίλιους τρόμους γενναίος
εκδ. Κίχλη

​Το οξύμωρο του τίτλου αποδεικνύεται ζωογόνο για τα δεκαεννέα πεζά της συλλογής. Ο Διαμαντής Αξιώτης εγκεντρίζει στους διηγηματογραφικούς χαρακτήρες υπαρξιακές και ιδιοσυγκρασιακές αντινομίες, που τους παγιδεύουν σε επώδυνες παλινωδίες. «Ο κόσμος είναι πίσω του κι εμπρός του· αυτός ανάμεσα». Ετσι μετέωροι νιώθουν οι περισσότεροι, έχοντας να αντιπαλέψουν απροσμάχητα αδιέξοδα, έμμονες μνήμες και αλυσιτελείς φαντασιώσεις. Η λαχτάρα της μετατόπισης από ένα ασφυκτικό «εδώ» σε ένα εδεμικό «εκεί» φλογίζει το όνειρο της φυγής. Το όνειρο αναδεικνύεται σε νευραλγικό στοιχείο στα διηγήματα του Αξιώτη.

Υποφέροντας από εφιάλτες και «μια σακατεμένη νοσταλγία» στα όρια της τρέλας, οι ήρωες διαφεύγουν σε ονειροπολήσεις για να ατενίσουν μια «εξαιρετική θέα», «μια μοναδική ευρυχωρία». Οι παραισθητικές διαφυγές τούς αποκαλύπτουν ανονείρευτες φαντασμαγορίες, ερωτόληπτες ευωχίες και παραμυθητικές πολιτείες. Ωστόσο, συχνά η πραγμάτωση του πετάγματος από το χώμα σε εξαίσιους θόλους προϋποθέτει τη θανάτωση της πραγματικότητας, την ανέκκλητη απώλειά της.

Η οδύνη της ανεκπλήρωτης προσμονής γίνεται μανία και η μανία φονική ψύχωση. Ο στρατιώτης στο εναρκτήριο διήγημα μετά την εκπυρσοκρότηση του όπλου που στρέφει στον εαυτό του σπαράζει ψελλίζοντας ένα γυναικείο όνομα. Σε άλλο πεζό, ο σύζυγος επιστρέφοντας στο σπίτι μπαίνει σε ένα εφιαλτικό δωμάτιο, απ’ όπου ξέρει ότι θα βγει μόνο με τέσσερις πυροβολισμούς, τόσους όσα και τα μέλη της οικογένειάς του. Η μικρή από την Αλβανία ανυψώνεται από το ημιυπόγειο στην ταράτσα της πολυκατοικίας της, ελπίζοντας πως η πτώση της θα τη μεταμορφώσει σε ένα πλάσμα αιθέριο. Αλλοι, εξίσου ονειροπόλοι, αλλά λιγότερο αυτοκαταστροφικοί, εναποθέτουν τη λύτρωση σε μύθους και μυσταγωγικές αντανακλάσεις. Ενας άντρας ξαπλώνει κάτω από τον σταλακτίτη ενός αρχαίου σπηλαίου περιμένοντας την ιαματική του σταγόνα να θεραπεύσει τους καημούς του κορμιού του, ενώ ένας έφηβος βυθίζεται στο αχνιστό, ζέον ημίφως των λουτρών της Θράκης, παραλυμένος από τη γειτνίαση της γυναικείας σάρκας, που μούλιαζε στα ευφραντικά ύδατα. Σε εκείνο τον «ναό της κάθαρσης» είχε νιώσει μεταρσιωμένος από τη θέρμη των κάθιδρων σωμάτων, αλλά και από τη μυστική ανάσα του μυθικού πετρόχτιστου χώρου. «Φαντάστηκα πυρωμένα ποτάμια στα έγκατα της γης, ζεστά νερά των πετρωμάτων. Ενα παρόμοιο ποτάμι κόχλαζε μέσα μου, ζητώντας να εκραγεί».

Τις σελίδες ενοικούν, επίσης, ξένοι, παρεπίδημοι και εκπατρισμένοι, που μεταφέρουν στα καινούργια τοπία θραύσματα των εγκαταλελειμμένων τόπων. Ωστόσο, κάποτε η φυγή μένει ημιτελής, στο μέσον μιας παλινδρόμησης. Για παράδειγμα, ο Ντουρίμ τη δεύτερη φορά που επιχείρησε την ηρωική κάθοδο από το «μέσα» της Αλβανίας στο «έξω» της Ελλάδας, στην επιστροφή του, τα μόνα λάφυρα που κατάφερε να παραδοθούν στους δικούς του ήταν μια ντουζίνα σπασμένα φλιτζανάκια του καφέ και το πτώμα του. Από το άλλο μέρος, ο ηλικιωμένος Ελληνας που κάθεται στο βάθος ενός παλιού καφενείου, σε μια μεθόριο, κάπου μεταξύ Ανατολής και Δύσης, ανακαλεί στη μνήμη του τη βροχερή Ανάσταση, το τελευταίο Πάσχα στην Πόλη. Τώρα, στην εξαναγκαστική εδώ και τριάντα έξι χρόνια πατρίδα του, η Μεγάλη Εβδομάδα κλείνει και πάλι με βροχή, υποχρεώνοντάς τον να μεταλλάξει το μίσος του σε αγάπη, να ξεχάσει τα χαμένα και να θυμηθεί γαληνεμένος τη χαμένη του Αριάδνη, την οποία κανένας μίτος, πλην της μνήμης, δεν έσωσε.

Η ονειρική, βραδυφλεγής γραφή του Αξιώτη εμβαπτίζει τους ήρωες σε απόκοσμες, υδαρείς, νοτισμένες από την αχλή ενός χρόνου παλίμψηστου, τοπιογραφίες, όπου εγκιβωτίζονται οι θρύλοι, οι ιστορίες και το αίμα των ανθρώπων που τις σημασιοδότησαν. Οι γενναίοι στο όνειρο ήρωες δυσπιστούν στον ύπνο, τον προαιώνιο αδελφό του θανάτου. Διότι «όσοι κοιμούνται παίρνουν μαζί τους φέτες από την Κόλαση». Εκείνοι, αν και «χωμένοι στο χώμα», ονειρεύονται με βλέμμα διάπλατο, στραμμένο ψηλά, αδημονώντας να αναπτερωθούν σ’ ένα ηδυμελές μέλλον, «σ’ έναν ουρανό καμωμένο από μελωδίες του Ιωάννη Σεβαστιανού Μπαχ».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ