ΜΟΥΣΙΚΗ

Με τη βαθιά, αναλλοίωτη φωνή του διάφανου Θάνου

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΑΟΥ

Θάνος Ανεστόπουλος: η συναυλία των Διάφανων Κρίνων στην Τεχνόπολη, πέρυσι τον Σεπτέμβρη, θύμιζε περισσότερο λιτανεία.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ο Θάνος Ανεστόπουλος διέγραψε έναν τελευταίο κύκλο, ξεκινώντας από τη –διπλή– συναυλία των Διάφανων Κρίνων στην Τεχνόπολη, πέρυσι τον Σεπτέμβρη, μια συναυλία που θύμιζε περισσότερο λιτανεία, με τα κεφάλια των θεατών να είναι στραμμένα προς τη θολωτή σκηνή και να παρακολουθούν ένα θαύμα εν αναπτύξει, έχοντας τον φόβο πως ίσως δεν πρόκειται να τους αποκαλυφθεί ξανά.

Μια συναυλία που ήταν ένας πρόωρος επικήδειος, όχι για τον Ανεστόπουλο, αλλά για εμάς τους ίδιους και για ό,τι χάνεται μπροστά απ’ τα μάτια μας ανεπιστρεπτί, προτού προλάβουμε να το δούμε.

Δυστυχώς, ο Ανεστόπουλος πέθανε πριν από λίγες μέρες, ύστερα από πολύμηνη μάχη με τον καρκίνο, και θα τον θυμάμαι σ’ εκείνη τη συναυλία να είναι αργόσυρτος, πιο αργόσυρτος από ποτέ, κι έτοιμος να σωριαστεί (από εξάντληση, συγκίνηση και θυμό), δίνοντας καθαρά την εντύπωση πως το μοναδικό σταθερό σημείο πάνω του, εκεί που εδραζόταν ολόκληρο το σώμα του, ήταν η βαθιά και αναλλοίωτη φωνή του, με τα υπόλοιπα μέλη των Κρίνων να πατάνε κάπου αλλού: ο Θάνος στη μια όχθη, εμείς στην άλλη, και το συγκρότημα να μοιάζει με πιρόγα, κάνοντας τη μεταφορά από τη μία όχθη στην άλλη, προσπαθώντας να συμμορφωθεί σε μια νέα, παράξενη συναυλιακή συνθήκη, γεφυρώνοντας τις δύο πλευρές, που μάλλον ήταν μία.

Μια συναυλία που δεν όφειλε τίποτα στο παρελθόν, στη νοσταλγία που μπορεί να δημιουργήσει η επανεμφάνιση μιας μπάντας έπειτα από χρόνια, αλλά στο μακρινό μέλλον, γι’ αυτό υπήρχε διαρκώς η αίσθηση πως κανείς από εμάς δεν ήταν παρών, πως όλοι βλέπαμε τους εαυτούς μας από ψηλά, χρόνια αργότερα.

Ηταν όμως και μια τρανταχτή απόδειξη πως, σε μερικές περιπτώσεις, οι αντρικές φιλίες διατηρούνται, παρά τις παλαιότερες διαφωνίες, και επιστρέφουν την κατάλληλη στιγμή, συνδράμοντας.

Ο Χρήστος Βακαλόπουλος, που πέθανε κι αυτός νέος από καρκίνο, είχε γράψει: « [...] βυθιζόμαστε σ’ αυτό το γνωστό κλίμα της αθηναϊκής συνοικίας, με το συγκρότημα που κάνει πρόβες στον πρώτο όροφο, παλεύουμε με τη νύχτα και τους ήχους της, ζούμε για λίγο το κρυφό πάθος μιας μερίδας της νεολαίας για τους είκοσι δίσκους που υπάρχουν στη δισκοθήκη της».

Και τα Διάφανα Κρίνα, που παρέμειναν καθόλη τη διάρκεια της πορείας τους μια συνοικιακή μπάντα (συχνά αναρωτιέμαι: τι είναι περισσότερο προβληματικό, να είσαι αποκομμένος από το «έξω» ή να μη συντονίζεσαι με το «εδώ»;), τα κατάφεραν χάρη σε μια αξιοπρόσεκτη επιμονή, επειδή κάθε χειρονομία τους προερχόταν από μια επείγουσα ανάγκη που τους έπνιγε, επειδή κάθε τους κίνηση ερχόταν κατευθείαν από τα κόκαλά τους.

Γι’ αυτό και η συναυλία αντηχούσε σαν ένας κόμπος στο στομάχι μας, που κάποιες φορές λυνόταν, για να δεθεί, μετά από λίγο, ακόμη πιο σφιχτά. Το θυμάμαι: προς το τέλος ήταν σαν τα οστά όλων μας να πλησίασαν το ένα το άλλο, να κόλλησαν αναμεταξύ τους και να έγιναν διάφανα. Και ίσως πράγματι συνέβη.

Μέσα στον Ιούλη, ένας φίλος πέτυχε τον Θάνο Ανεστόπουλο στην Μπενάκη, να περπατάει με το μπαστούνι του, καταπτοημένος από τη ζέστη. Τότε άρχισε να βήχει δυνατά. Σταμάτησε, έβγαλε ένα μαντίλι απ’ την τσέπη του και έβηξε μέσα με μεγαλύτερη ένταση. Κοίταξε το μαντίλι, το κάρφωσε με το βλέμμα του. «Γιατί;», ρώτησα τον φίλο μου. «Δεν καταλαβαίνεις;», μου απάντησε εκνευρισμένος. «Για όλα αυτά που δεν θα δει, γαμώτο».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ