ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: «Οι άνθρωποι μοιάζουν με τις πόλεις τους»

ΑΝΔΡΕΑΣ ΔΡΥΜΙΩΤΗΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

​​Δανείστηκα τον τίτλο του σημερινού άρθρου μου από μια πρόσφατη συνέντευξη του διάσημου αρχιτέκτονα Renzo Piano (σχεδίασε το Κέντρο Πολιτισμού του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος στο Φάληρο) στο BHMAgazino της 3ης Ιουλίου 2016. Συγκεκριμένα, ο δημοσιογράφος ρωτάει: «Κύριε Piano, στο παρελθόν έχετε πει πως “οι άνθρωποι μοιάζουν με τις πόλεις τους”. Αν όντως ισχύει, πώς σας φαινόμαστε οι Αθηναίοι»; Και ο Renzo Piano απάντησε: «Είναι αλήθεια, οι άνθρωποι ύστερα από λίγο χρόνο μοιάζουν με τις πόλεις τους. Νομίζω πως οι Αθηναίοι είστε επηρεασμένοι από το φως. Υπάρχει κάτι μέσα σας που αναπόφευκτα έχει σύνδεση με το φως...».

Είναι αδιανόητο να αμφισβητήσει κανείς τα λόγια ενός τόσο διάσημου αρχιτέκτονα και δεν έχω καμία πρόθεση να το κάνω. Αντίθετα, τα προσυπογράφω και σκοπεύω να τα επαυξήσω. Αρχίζω από το τέλος. Είναι γεγονός ότι το φως της Αθήνας και γενικά της Ελλάδας είναι μοναδικό. Θυμάμαι τα λόγια ενός διάσημου Γερμανού φωτογράφου, ο οποίος επισκέφθηκε την Ελλάδα την δεκαετία του ’60 και κατέληξε στο ακόλουθο συμπέρασμα: «Το φως στην Ελλάδα είναι τόσο εκτυφλωτικό, ώστε αν θέλεις να βγάλεις μια καλή φωτογραφία πρέπει να περιμένεις να κρυφτεί ο ήλιος πίσω από κάποιο σύννεφο για να μαλακώσουν οι σκιές».

Πράγματι, τα χρόνια εκείνα η ατμόσφαιρα στην Αθήνα ήταν πεντακάθαρη. Οι ασπρόμαυρες καταπληκτικές φωτογραφίες του Δημήτρη Χαρισιάδη, του Ιωάννη Λάμπρου και άλλων φωτογράφων της εποχής εκείνης είναι ζωγραφισμένες με το Ελληνικό φως.

Πάμε όμως στο πρώτο σκέλος της απάντησης του Piano. Αν πράγματι οι άνθρωποι μοιάζουν με τις πόλεις τους, τότε εμείς που ζούμε στην Αθήνα πρέπει να προβληματιστούμε πάρα πολύ. Η Αθήνα με απλά λόγια είναι μια πολύ βρόμικη και εγκαταλελειμμένη πόλη. Από πού να ξεκινήσω και πού να σταματήσω.

Για εβδομάδες οι δρόμοι και τα πεζοδρόμια, γύρω από την περιοχή του Λυκαβηττού όπου περπατάω, ήταν γεμάτοι σαπισμένα νεράντζια. Ειδικά τα πεζοδρόμια της Φωκυλίδου ήταν γεμάτα με σάπια νεράντζια, σε τέτοιο βαθμό που το περπάτημα ήταν επικίνδυνο. Αφού βρεθήκαμε στην περιοχή του Λυκαβηττού, που είναι πάντα πέρασμα των τουριστών, πρέπει να σας πληροφορήσω ότι για τρεις εβδομάδες ήταν γραμμένο με πολύ μεγάλα γράμματα ένα σύνθημα που αντιπροσωπεύει την πατροπαράδοτη ελληνική φιλοξενία: «Immigrants welcome tourists fuck off». Ομολογώ ότι βρήκα το μήνυμα εξαιρετικό. Μας αντιπροσωπεύει. Κάνουμε ό,τι μπορούμε για να καταστρέψουμε ό,τι παραγωγικό υπάρχει στον τόπο μας. Φανταστείτε να γίνει πραγματικότητα το σύνθημα. Να μην έχουμε τουρίστες και να γεμίσουμε μετανάστες. Να δείτε τι ωραία που θα περνάμε. Στις 2 Σεπτεμβρίου είδα ακριβώς το ίδιο μήνυμα στην οδό Μελίνας Μερκούρη, στην περιοχή του Ναυτικού Νοσοκομείου. Εχει εμμονές ο δράστης που υπογράφει με το αναρχικό Α σε κύκλο! Θέλει να μας πείσει.

Αλλά και τα μονοπάτια του Λυκαβηττού είναι γεμάτα ακαθαρσίες. Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι οι ακαθαρσίες προέρχονται από τους σκύλους. Δεν είναι όμως έτσι. Δυστυχώς, τα βρόμικα χαρτιά αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι τα περιττώματα είναι έργα ανθρώπων γιατί ακόμα δεν έχω δει κανένα σκύλο να σκουπίζεται με χαρτί! Οι μικροί κάδοι απορριμμάτων είναι σκουριασμένοι και σαπισμένοι και σπάνια γίνεται η αποκομιδή, γι’ αυτό και συνήθως ξεχειλίζουν από τα σκουπίδια. Μια εικόνα απαράδεκτη για ένα μέρος που αποτελεί τουριστικό πέρασμα. Για να έχω μια ολοκληρωμένη εικόνα του Λυκαβηττού, ανέβηκα με το αυτοκίνητο στο θέατρο. Ολα τα πέτρινα τοιχία κατά μήκος της διαδρομής, είναι γεμάτα από ακαλαίσθητα γκράφιτι. Ακόμα και ο όμορφος κωνικός βράχος που βρίσκεται μπροστά στο θέατρο, είναι στιγματισμένος με μπογιές και συνθήματα.

Είναι πραγματικά δύσκολο να βρεις ένα κτίριο χωρίς γκράφιτι, ακόμα και στο κέντρο της πόλης. Αυτό όμως που δεν μπορώ να εξηγήσω είναι τα τεράστια γκράφιτι που υπάρχουν σε σημεία που ποτέ δεν είναι έρημα για να επιτρέψουν την πολύωρη απασχόληση για τις «καλλιτεχνικές» ανησυχίες των δημιουργών τους. Πάρτε, για παράδειγμα, την συμβολή της Κατεχάκη με την Αττική Οδό. Είναι βέβαιο ότι τα τεράστια γκράφιτι που «κοσμούν» τις πολύ μεγάλες επιφάνειες χρειάστηκαν ώρες για να γίνουν. Δεν βρέθηκε κανένας περαστικός να δει τους «καλλιτέχνες» και να ειδοποιήσει την αστυνομία που βρίσκεται πολύ κοντά; Μήπως είναι και αυτό ένα σύμπτωμα του ωχαδερφισμού που μας διακατέχει. Εχουμε τόσο πολύ συνηθίσει στην παραβατικότητα ώστε τίποτα δεν μας ενοχλεί; Αφού αναφέρθηκα στην Αττική Οδό, μήπως έχετε προσέξει ότι δεν υπάρχουν γκράφιτι στα κτίσματά της; Πράγμα που σημαίνει ότι αν υπάρχει στοιχειώδης επίβλεψη μπορεί να αποτραπούν οι παραβατικές δράσεις.

Συνεχίζοντας την περιπλάνηση στους δρόμους της Αθήνας θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθώ στην κατάσταση των παρτεριών. Ειδικά στα σκαλοπάτια της οδού Λυκαβηττού όλα τα παρτέρια δεξιά και αριστερά είναι γεμάτα από σκουπίδια. Για να είμαι ακριβής πρέπει να παρατηρήσω ότι στα μέσα Ιουλίου έγινε μια προσπάθεια να μαζέψουν τα σκουπίδια και τα ξερά χόρτα από τα παρτέρια, αλλά παρά την φαινομενική βελτίωση η βρομιά εξακολουθεί να είναι παρούσα. Αξίζει να σημειωθεί ότι περίπου την ίδια εποχή μάζεψαν και ξερά χόρτα από τον Λυκαβηττό και έτσι περιόρισαν και τα σκουπίδια. Φυσικά, ύστερα από μερικές εβδομάδες και οι δύο περιοχές επανήλθαν στην γνώριμη βρόμικη κατάστασή τους.

Υπάρχει όμως και ένα περιστατικό που μου συνέβη και ομολογώ ότι αυτό μου έδωσε την αφορμή για το σημερινό κείμενο. Στις αρχές Ιουνίου κατέβαινα από τα σκαλιά της οδού Λυκαβηττού, όταν στην συμβολή με την οδό Αναγνωστοπούλου είδα ένα μεγάλο γιούκα με μισοπριονισμένο τον κορμό του. Οπως είναι φυσικό ο κορμός «άνοιξε» και το γιούκα έγερνε και ακουμπούσε πάνω σε ένα άλλο δέντρο. Ο κίνδυνος να πέσει το γιούκα και να τραυματίσει έναν ή περισσότερους πεζούς ή να κάνει ζημιά σε διερχόμενο αυτοκίνητο ήταν μεγάλος. Από ενδιαφέρον μίλησα με τον αστυνομικό ο οποίος φυλάει κάποιον επώνυμο στην περιοχή και τον ρώτησα για το φυτό. Η απάντηση με εξέπληξε. Μου είπε: «Εχουμε ειδοποιήσει εδώ και εβδομάδες την πυροσβεστική και τον Δήμο για το επικίνδυνο μισοκομμένο φυτό. Δεν έχει έλθει κανείς. Από τον Δήμο μας είπαν ότι για να κοπεί το δέντρο (σημ. το γιούκα δεν είναι δένδρο) απαιτείται απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου»! Ομολογώ ότι δεν γνωρίζω αν πράγματι χρειάζεται απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου για την περίπτωση αυτή, αλλά δεν το αποκλείω. Είμαστε η χώρα με την αναχρονιστική γραφειοκρατία και τίποτε δεν με εκπλήττει. Με ένα κινητό τηλέφωνο θα μπορούσε ο αρμόδιος υπάλληλος να τεκμηριώσει την κατάσταση του φυτού, να το κόψει ώστε να εξαλειφθεί ο κίνδυνος και να κλείσει το θέμα. Τέλος πάντων, ύστερα από μερικές μέρες συνεργείο του Δήμου έκοψε το φυτό και το επεισόδιο έληξε.

Θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθούμε και στους κάδους των σκουπιδιών της Αθήνας. Εχουμε κάδους μετακινούμενους, κάδους ξεχειλισμένους, κάδους καιόμενους, κάδους βαμμένους και φυσικά κάδους δυσοσμίας. Ένα πλήρες ρεπορτάζ της Μαρίας Κατσουνάκη από την «Κ» της 13ης Ιουλίου 2016, με τίτλο «Ιστορίες για κάδους» τα λέει όλα. Αντιγράφω μόνο δυο παραγράφους που δίνουν ανάγλυφη της εικόνα: «...

Η σχέση των Αθηναίων με τους κάδους, τώρα, είναι σχεδόν εχθρική. Τους μετακινούν κατά βούληση, τους παρακάμπτουν για να εναποθέσουν τις σακούλες γύρω τριγύρω, τους θεωρούν μέρος της βρόμικης πόλης και όχι μέσον για την ανακούφισή της... Οι κάδοι, σε αυτόν τον διαρκή αγώνα, δεν είναι αξεσουάρ. Είναι μέρος της ζωής της πόλης, καθρέφτης της συμπεριφοράς και της εκπαίδευσης των πολιτών της. Δείκτης μιας κρίσης πολύ πιο δομικής και διαρκούς».

Κλείνοντας, ας ξαναγυρίσουμε στον Renzo Piano. Αφού λοιπόν οι άνθρωποι μοιάζουν με τις πόλεις τους, τότε πρέπει να προβληματιστούμε και να ανησυχήσουμε. Η Αθήνα είναι μια πολύ βρόμικη και κυριολεκτικά εγκαταλελειμμένη πόλη. Εμείς όμως την φτιάξαμε έτσι, κατ’ εικόνα και ομοίωσή μας.

* Ο κ. Ανδρέας Δρυμιώτης είναι σύμβουλος επιχειρήσεων.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ