ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

3 δισ. επενδύσεις ετησίως χρειάζεται ο τουρισμός για να κινηθεί ανοδικά

ΣΤΑΘΗΣ ΚΟΥΣΟΥΝΗΣ

Ο πρόεδρος του ΣΕΤΕ Ανδρέας Ανδρεάδης εκτιμά ότι, πλέον, οι «γκρίζες» μισθώσεις στον χώρο του τουρισμού καλύπτουν πλέον το 10% του συνόλου του ελληνικού τουρισμού, με τάσεις διπλασιασμού καθ’ έτος.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Σε τροχιά αποεπένδυσης θα οδηγηθεί ο ελληνικός τουρισμός, αν δεν καλλιεργηθεί ελκυστικό περιβάλλον για την υλοποίηση στρατηγικών επενδύσεων στον τομέα και δεν διαμορφωθεί νέο φορολογικό καθεστώς για τις επιχειρήσεις σε αντίστοιχα επίπεδα με αυτά που ισχύουν σε ανταγωνιστικούς προορισμούς. Αυτό υποστηρίζει ο πρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΣΕΤΕ), Ανδρέας Ανδρεάδης, επισημαίνοντας ότι ο τουρισμός χρειάζεται περί τα 3 δισ. ευρώ επενδύσεις σε ετήσια βάση για να κινηθεί ανοδικά και να φθάσει το 2021 στα επίπεδα των 35 εκατ. διεθνών αφίξεων και των 20 δισ. ευρώ άμεσων ταξιδιωτικών εισπράξεων. Μια τέτοια εξέλιξη, προσθέτει, θα δώσει 6 μονάδες στο ΑΕΠ, δημιουργώντας σοβαρές προϋποθέσεις εξόδου της χώρας από την κρίση.

Στη δημιουργία κλίματος αποεπένδυσης στον χώρο του τουρισμού συμβάλλουν οι διαρκείς καθυστερήσεις στις συνομιλίες με τους δανειστές για το κλείσιμο των αξιολογήσεων. Κάθε καθυστέρηση, σημειώνει, δημιουργεί επενδυτική ανασφάλεια. Παράλληλα, αρνητικά λειτουργεί το γεγονός της υπερφορολόγησης των νόμιμων τουριστικών επιχειρήσεων τη στιγμή που δεκάδες χιλιάδες διαμερίσματα πραγματοποιούν «γκρίζες» τουριστικές μισθώσεις και δεν φορολογούνται.

Ο κ. Ανδρεάδης εκτιμά ότι, πλέον, οι «γκρίζες» μισθώσεις στον χώρο του τουρισμού καλύπτουν πλέον το 10% του συνόλου του ελληνικού τουρισμού με τάσεις διπλασιασμού καθ’ έτος. Ο ΣΕΤΕ, διευκρινίζει, δεν είναι αντίθετος με την οικονομία του διαμοιρασμού. Ωστόσο, τονίζει ότι πρέπει να φορολογείται κατ’ αντιστοιχία με τη φορολόγηση που επιβαρύνει και τις νόμιμες επιχειρήσεις του τομέα. Δεν είναι δυνατόν, συνεχίζει, από τις «γκρίζες» τουριστικές μισθώσεις η απώλεια μόνο από τον ΦΠΑ να αγγίζει σε ετήσια βάση τα 300 εκατ. ευρώ, χωρίς να συνυπολογίζονται οι φόροι εισοδήματος. Και αυτό ενώ ο ΦΠΑ στις υπηρεσίες διαμονής είναι 13%, στην εστίαση και στις αεροπορικές μεταφορές στο 24% κ.λπ. Κατά μέσον όρο ο ΦΠΑ στις τουριστικές υπηρεσίες στη χώρα μας φθάνει στο 17%. Την ίδια στιγμή σε άλλες ανταγωνίστριες χώρες ο μέσος όρος της επιβάρυνσης κυμαίνεται στο 10%. Επιπλέον, η συνεχιζόμενη καθυστέρηση από την πλευρά της Πολιτείας στην επίλυση και άλλων σημαντικών ζητημάτων του ελληνικού τουρισμού, όπως η οριστική και συστηματική διαχείριση του μεταναστευτικού και προσφυγικού ζητήματος καθώς και η ολοκλήρωση ειδικού χωροταξικού σχεδίου, συμβάλλει ανασταλτικά στην εικόνα της χώρας στην προσέλκυση νέων επενδύσεων και άρα στην περαιτέρω άνοδο των μεγεθών του ελληνικού τουρισμού.

Βάρος 800 εκατ.

Σύμφωνα με υπολογισμούς του ΣΕΤΕ, από τις αποφάσεις που ελήφθησαν τον τελευταίο ενάμιση χρόνο οι τουριστικές επιχειρήσεις έχουν επιβαρυνθεί σε ετήσια βάση με πρόσθετα φορολογικά βάρη της τάξης των 800 εκατ. ευρώ. Επίσης, η κυβέρνηση έχει προαναγγείλει ότι από το 2018 έρχονται και νέες επιβαρύνσεις στον τομέα με την επιβολή τέλους διανυκτέρευσης στα τουριστικά καταλύματα. Από την πλευρά της, η Ν.Δ. διαφωνεί τόσο με την υπερφορολόγηση που έχει επιβάλει η κυβέρνηση στον τομέα όσο και με την επιβολή του νέου χαρατσιού. Στο πλαίσιο αυτό, ο προέδρός της, Κυριάκος Μητσοτάκης, υποσχέθηκε ότι θα αποτελέσει προγραμματική δέσμευση του κόμματος η κατάργηση του τέλους διανυκτέρευσης, εφόσον προλάβει να το επιβάλει η σημερινή κυβέρνηση.

Ως προς το θεσμικό πλαίσιο των στρατηγικών επενδύσεων, ο ΣΕΤΕ προτείνει τόσο τη διαφοροποίηση των ορίων των επενδύσεων, βάσει των οποίων χαρακτηρίζονται ως στρατηγικές, όσο και την έμφαση σε τομείς της οικονομίας από τους οποίους προσδοκάται προστιθέμενη αξία, όπως είναι ο τουρισμός. Ειδικότερα, προτείνει να μειωθούν οριζόντια κατά 50% όλα τα χρηματικά όρια ύψους επένδυσης, καθώς και ο απαιτούμενος αριθμός θέσεων εργασίας, που αποτελούν τα κριτήρια υπαγωγής μιας επένδυσης στο καθεστώς των στρατηγικών επιχειρήσεων. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να τεθεί ειδικό όριο ύψους 50 εκατ. ευρώ για τον τουρισμό. Με τον τρόπο αυτό θα αυξηθεί το εύρος των υποψήφιων επενδύσεων, καθώς με τις παρούσες συνθήκες της αγοράς και τα ήδη ισχύοντα όρια του νόμου η αξιοποίησή του, ως εργαλείου επιτάχυνσης του ρυθμού υλοποίησης των επενδύσεων, καθίσταται αλυσιτελής.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ