REAL ESTATE

Αντί πινακίου φακής πωλείται πολλές φορές η δημόσια περιουσία

ΝΙΚΟΣ ΡΟΥΣΑΝΟΓΛΟΥ

Είναι χαρακτηριστικές οι «περιπέτειες» των επενδυτών που έχουν πλειοδοτήσει για την ανάπτυξη της έκτασης της Αφάντου στη Ρόδο, οι οποίοι είδαν αίφνης το υπ. Πολιτισμού να ανακηρύσσει ένα σημαντικό μέρος της έκτασης σε αρχαιολογικό χώρο, με το πρόβλημα να παραμένει ακόμα και σήμερα, σχεδόν δύο μήνες μετά, παρά τις διαβεβαιώσεις που δόθηκαν.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Για ένα κομμάτι ψωμί» πωλείται πολλές φορές η δημόσια περιουσία και ασφαλώς και τα ακίνητα, καθώς ο παράγοντας του πολιτικού ρίσκου υπερφαλαγγίζει ακόμα και το ιδιαίτερα σημαντικό οικονομικό ρίσκο που συνοδεύει τις επενδύσεις στη χώρα μας. Σε σχετική παρέμβασή του ο ΣΕΒ επισημαίνει ότι η θεσμική υστέρηση που χαρακτηρίζει διαχρονικά το ελληνικό κράτος και η έλλειψη εμπιστοσύνης που αυτή γεννά έναντι των τριών εξουσιών έχουν μετατρέψει τη βέλτιστη δυνατή αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας σε «τρόπαιο πολιτικής εκμετάλλευσης μεταξύ των κομμάτων». Οπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο ΣΕΒ, «βλέπουμε να απαξιώνονται σε πολλές περιπτώσεις περιουσιακά στοιχεία του Δημοσίου, λόγω των καθυστερήσεων που προκαλεί στις ιδιωτικοποιήσεις η πολιτική τριβή, με αποτέλεσμα να πωλούνται για ένα κομμάτι ψωμί. Σε άλλες περιπτώσεις, επικρατεί ως σημαντικότερο κριτήριο το τίμημα της αποκρατικοποίησης, χωρίς να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη τυχόν στρεβλώσεις που προκαλούνται στην αγορά από τον πλημμελή σχεδιασμό». Για τον ΣΕΒ, είναι δεδομένο ότι «η ορθή αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας με ξεκάθαρους και σταθερούς κανόνες και όρους οικονομικής αποτελεσματικότητας, τόσο για τα έσοδα του Δημοσίου όσο και για τη λειτουργία των αγορών, μπορεί να αποτελέσει καθοριστικό μοχλό ανάπτυξης της οικονομίας», επισημαίνεται χαρακτηριστικά.

Τα παραπάνω γίνονται ιδιαίτερα προφανή στους εκάστοτε διαγωνισμούς του ΤΑΙΠΕΔ για την αξιοποίηση δημόσιων ακινήτων. Οπως σημειώνουν με νόημα στελέχη της αγοράς ακινήτων, στην πλειονότητα των περιπτώσεων το τίμημα που έχουν προσφέρει οι επενδυτές, ιδίως για περιπτώσεις αξιοποίησης εκτάσεων, είναι υποπολλαπλάσιο της πραγματικής αξίας των συγκεκριμένων ακινήτων. Αιτία δεν είναι η οικονομική κρίση και η πτώση των τιμών στην αγορά, αλλά η ανάγκη των επενδυτών να ενσωματώσουν τον παράγοντα του πολιτικού ρίσκου στους υπολογισμούς τους σχετικά με τη βιωσιμότητα της επένδυσης που επιθυμούν να υλοποιήσουν, προκειμένου να εξασφαλίσουν την επιθυμητή απόδοση.

Ενδεικτικό των δυσκολιών που αντιμετωπίζουν οι επενδυτές είναι το γεγονός ότι μόνο για την έγκριση μιας μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων, που απαραίτητα πρέπει να συνοδεύει κάθε είδους ανάπτυξη ακινήτων μεγάλης κλίμακας, απαιτούνται συνολικά 52 εγκρίσεις. Σύμφωνα με τη διεθνή εταιρεία συμβούλων Hill International, σε περιπτώσεις ΕΣΧΑΔΑ (που αφορούν τα ακίνητα που εκμεταλλεύεται το ΤΑΙΠΕΔ), η διαδικασία πρέπει να γίνει εις διπλούν, γεγονός που μεταφράζεται σε 104 εγκρίσεις και σε 5-10 χρόνια αναμονής. Αντιλαμβάνεται λοιπόν κανείς ότι κανένας επενδυτής, ξένος ή εγχώριος, δεν πρόκειται να αποτιμήσει ένα δημόσιο ακίνητο που προσφέρεται για αξιοποίηση στην εύλογη αξία του, καθώς θα πρέπει να ενσωματώσει στην προσφορά του και τον κίνδυνο σοβαρών καθυστερήσεων της επένδυσής του, όπως επίσης και της πιθανότατης μεταβολής του φορολογικού καθεστώτος, όπως έχει αποδειχθεί στην πράξη, ιδίως κατά τα τελευταία χρόνια της οικονομικής κρίσης.

Αλλωστε, τα παραδείγματα επενδύσεων που είτε αντιμετωπίζουν σημαντικές καθυστερήσεις είτε αναβλήθηκαν επ’ αόριστον είναι πολυάριθμα. Είναι χαρακτηριστικές οι «περιπέτειες» των επενδυτών που έχουν πλειοδοτήσει για την ανάπτυξη της έκτασης της Αφάντου στη Ρόδο, οι οποίοι είδαν αίφνης το υπ. Πολιτισμού να ανακηρύσσει ένα σημαντικό μέρος της έκτασης αρχαιολογικό χώρο, με το πρόβλημα να παραμένει ακόμα και σήμερα, σχεδόν δύο μήνες μετά, παρά τις διαβεβαιώσεις που δόθηκαν. Ανάλογα προβλήματα καταγράφονται και στο ακίνητο στην Κασσιόπη της Κέρκυρας, που ήταν μάλιστα από τα πρώτα που δημοπρατήθηκαν με διεθνή διαγωνισμό από το ΤΑΙΠΕΔ. Ακόμα και σήμερα, εκκρεμεί η έκδοση σημαντικών διοικητικών πράξεων ώστε να προχωρήσει η επένδυση των 100 εκατ. Τον τίτλο της μακροβιότερης επένδυσης βέβαια κατέχει η Minoan Group, η οποία επιχειρεί να αναπτύξει έκταση 26.000 στρεμμάτων στο Κάβο Σίδερο της Κρήτης στη Σητεία από το 1994. Μόλις πριν από λίγους μήνες εκδόθηκε το απαιτούμενο προεδρικό διάταγμα με το οποίο εγκρίνεται χωροταξικά και πολεοδομικά η επένδυση κι ενώ εν τω μεταξύ εντάχθηκε στις διαδικασίες του νόμου περί fast track. Αν δεν υπάρξουν νέες καθυστερήσεις, κάτι διόλου απίθανο, εκτιμάται ότι η τουριστική επένδυση των 267 εκατ. (από 1,2 δισ. που ήταν αρχικά) θα είναι έτοιμη να λειτουργήσει το 2019.

Ακόμα ένα ζήτημα που δημιούργησε ανησυχία στους επενδυτές ακινήτων είναι και η τροπολογία στο πλαίσιο του πολυνομοσχεδίου που ψηφίστηκε στις αρχές του καλοκαιριού και η οποία καταργεί το σύνολο των διατάξεων του ν.4269/14, που αφορά τις χρήσεις γης. Μεταξύ άλλων, καταργείται η δυνατότητα προσθήκης και άλλων χρήσεων (π.χ. εμπορικών κ.λπ.) σε περιοχές αμιγούς κατοικίας. Από την κατάργηση αυτή, δεν επηρεάζονται οι υφιστάμενες επενδύσεις ή όσες βρίσκονται σε διαδικασία αδειοδότησης, δηλαδή έχει υποβληθεί ο σχετικός φάκελος. Το υπ. Περιβάλλοντος σχεδιάζει να καταθέσει άμεσα νέο πλαίσιο χρήσεων γης και συναφών πολεοδομικών διατάξεων, με τη μορφή σχεδίου προεδρικού διατάγματος, όπως προκύπτει και από σχετική συνεννόηση που έχει γίνει με τους θεσμούς. Το υπουργείο επιθυμεί να τροποποιήσει και το σύστημα χωρικού σχεδιασμού (τη χωροταξική και πολεοδομική μεταρρύθμιση), η οποία βρίσκεται στο ίδιο νομοσχέδιο, αν και στο σημείο αυτό εκφράζονται αρκετές αντιρρήσεις από την πλευρά των θεσμών. Το βέβαιο είναι ότι, έως τότε, οι νέες επενδύσεις θα πρέπει να αδειοδοτούνται με το καθεστώς που ίσχυε μέχρι το 2014.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ