Τασούλα Καραϊσκάκη ΤΑΣΟΥΛΑ ΚΑΡΑΙΣΚΑΚΗ

Υποβοηθούμενο τέλος

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Δ​​εν υπάρχει μία μονοδιάσταση σιδηροπαγής απάντηση στο ερώτημα: τι κάνουμε όταν απομένει μόνο μια λεπτότατη κλωστή φθίνουσας ζωής, που αργεί βασανιστικά να κοπεί; Επισπεύδουμε το ανεπανόρθωτο πέρασμα προς τον μεγάλο άγνωστο; Σε πρόσφατο συνέδριο εντατικής ιατρικής στη Θεσσαλονίκη, ειπώθηκαν πολλά για την αβεβαιότητα, το άγχος των εντατικολόγων μπρος το δίλημμα της παράτασης της ζωής ή του θανάτου τού χωρίς ελπίδα επιβίωσης βαρέως πάσχοντα. Συνήθως έχουν δύο επιλογές: να μη κλιμακώσουν την περαιτέρω βοήθεια προς τον ασθενή, ή να αποσύρουν την τρέχουσα υποστήριξη. Το 91% των γιατρών απάντησε σε έρευνα ότι η μη περαιτέρω κλιμάκωση της θεραπείας είναι ηθικά περισσότερο αποδεκτή, ενώ το 62% βεβαίωσε ότι η απόσυρση της αγωγής πραγματοποιείται σπάνια ή ποτέ. Το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης ενάντια στη βαθιά ριζωμένη πεποίθηση ότι η ιατρική έχει ως απώτερο στόχο τη διατήρηση της ζωής. Σε κάθε περίπτωση, οι γιατροί νιώθουν νομικά ακάλυπτοι και η όποια απόφαση συνήθως δεν καταγράφεται στον φάκελο του ασθενούς.

Η εκταφή της σορού του Αλέξανδρου Βέλιου για τη διερεύνηση της χορήγησης ή μη θανατηφόρου ουσίας ξανάφερε στην επιφάνεια όλο το μπερδεμένο κουβάρι από όσα χωρίζουν την ανθρωπότητα σε δύο μη αγώγιμα μέρη. Μοιάζει απολύτως λογικό, ίσως κι απλό, όμως δεν υπάρχει τίποτα πιο φοβερό από την πράξη με την οποία καταργεί κάποιος τον εαυτό του, και στην οποία ανθίστανται όλα τα ένστικτα. Αντίφαση που αναπτύσσει μέσα στο πνεύμα μια ισχυρότατη σύγκρουση.

Από τότε που ο Αγγλος φιλόσοφος Φράνσις Μπέικον επινόησε τον όρο «ευθανασία», ο καλός –ιδία βουλήσει– θάνατος διχάζει. Οι γιατροί έχουν ορκιστεί να προστατεύουν την ανθρώπινη ζωή, όμως το ιατρικό λειτούργημα τους υπαγορεύει να ανακουφίζουν τον ασθενή. Και αμφιταλαντεύονται, ειδήμονες και κοινοί θνητοί ανάμεσα στην αποδοχή του αξιοπρεπούς τέλους και στις απαγορεύσεις του νόμου, της θρησκείας, της ηθικής. Για την προστασία του ύψιστου αγαθού, η υποβοηθούμενη αυτοκτονία αποτελεί δείγμα ακραίας ανυπακοής, που ταπεινώνει κανόνες, αξίες, θεούς.

Για τη λογική που λέει ότι ουδείς οφείλει να υπομένει αβάσταχτα άχθη, τα οποία στερούν το άρωμα από την ύλη, το μυστήριο από τα όνειρα, δεν υφίσταται δίλημμα. Απολύτως νόμιμη είναι η ευθανασία σε Ολλανδία, Λουξεμβούργο, Βέλγιο (στην Ελβετία μόνο στην κλινική «Dignitas» στη Ζυρίχη επιτρέπεται ο υποβοηθούμενος θάνατος σε μη Ελβετούς) με το επιχείρημα του οίκτου προς τον άνθρωπο που υποφέρει. Ομως και πάλι ανακύπτει η διαλεκτική ενάντια στην προσβολή των αναντίρρητων πόνων, και προβάλλει το ερώτημα αν ο άνθρωπος, ειδικός ή μη, έχει δικαίωμα να κόψει το νήμα μιας ζωής, η οποία όσο υφίσταται, πλάθει την ιστορία και τους μορφασμούς της. Δεν υπάρχει ο κίνδυνος να γίνει η ευθανασία μέσο εξυπηρέτησης ιδιωτικών συμφερόντων ή να λειτουργήσει ως σύγχρονος «Καιάδας» για τη διαμόρφωση μιας κοινωνίας τέλειων γενεών; Η ραγδαία εξέλιξη της ιατρικής εντείνει αντί να εξασθενεί τα κοινωνικά, φιλοσοφικά και ηθικά διλήμματα. Το ζήτημα παραμένει ανοικτό. Ποιος είναι ηθικά υπεύθυνος για τον πρόωρο θάνατο; Το ίδιο το άτομο που επιθυμεί να κοιμηθεί τον θανατερό ύπνο πάνω στη μοίρα του, ή ο γιατρός, ο νοσηλευτής, ο φίλος που θα το βοηθήσει να θέσει το μεγάλο τέρμα; Δεν υπάρχει πιο δύσκολο έργο από το να καθορίσεις τη στιγμή που καταργεί όλες τις στιγμές, που φυγαδεύει τον χρόνο για πάντα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ