ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Δύο εναλλακτικές για το πλεόνασμα

ΚΩΣΤΗΣ Π. ΠΑΠΑΔΙΟΧΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Μάχη» για επικοινωνιακούς αλλά και ουσιαστικούς λόγους, προκειμένου το μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα, που η κυβέρνηση προτίθεται να καταθέσει στη Βουλή μέχρι το τέλος Σεπτεμβρίου, να μην είναι απολύτως δεσμευτικό για πλεονάσματα της τάξεως του 3,5% και μετά το 2018 δίνουν το Μέγαρο Μαξίμου και ο υπουργός Οικονομικών κ. Ευκλ. Τσακαλώτος.

Η κυβέρνηση στις διαβουλεύσεις με τους εκπροσώπους των δανειστών προτείνει δύο εναλλακτικές λύσεις. Πρώτον, το Μεσοπρόθεσμο να κατατεθεί με στόχο για πλεόνασμα 3,5% και το 2019-20, αλλά σε αστερίσκο να αναφέρεται ότι μετά το 2018 θα υπάρχει δυνατότητα να μειωθεί, αναλόγως και της έκβασης των διαβουλεύσεων για το χρέος. Δεύτερον, το Μεσοπρόθεσμο να περιλαμβάνει δύο παράλληλα σενάρια. Ενα με πλεονάσματα της τάξεως του 3,5% και ένα με χαμηλότερα, για παράδειγμα της τάξεως του 2-2,5%.

Οπως προαναφέρθηκε, το εγχείρημα της κυβέρνησης –που πάντως είναι δύσκολο να γίνει αποδεκτό από τους εταίρους– υπηρετεί δύο διαφορετικούς σκοπούς. Το «παράθυρο» για χαμηλότερα πλεονάσματα και άρα για απελευθέρωση σημαντικών πόρων εξυπηρετεί επικοινωνιακά την κυβέρνηση στην πολιτική σύγκρουση με τα κόμματα της αντιπολίτευσης, ενώ διευκολύνει τους βουλευτές της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ να υπερψηφίσουν το μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα. Ομως, εάν η προσέγγιση της Αθήνας για Μεσοπρόθεσμο με αστερίσκους ή εναλλακτικά σενάρια γίνει αποδεκτή, θα υπάρχει και επί της ουσίας ένα σημαντικό κεκτημένο ενόψει της συζήτησης για το χρέος.

Εν τω μεταξύ, σε δύο παράλληλα επίπεδα εστιάζει η κυβέρνηση στον νέο κύκλο διαπραγμάτευσης με την τρόικα για τα τρέχοντα προαπαιτούμενα, αλλά και ενόψει της δεύτερης αξιολόγησης: Μετά την «κίτρινη κάρτα» στο πρόσφατο Eurogroup, το Μέγαρο Μαξίμου κάνει αγώνα δρόμου για την υλοποίηση των δεσμεύσεων που έχουν αναληφθεί, αλλά και για την επίτευξη συμφωνίας έστω ορισμένων εκ των εξαγγελιών του πρωθυπουργού κ. Αλ. Τσίπρα στη Διεθνή Εκθεση Θεσσαλονίκης. Παράλληλα, όμως, βάζει στο «μικροσκόπιο» και τη στάση του ΔΝΤ, το οποίο τους αμέσως επόμενους μήνες θα αποφασίσει εάν θα παραμείνει ή θα αποχωρήσει από το ελληνικό πρόγραμμα.

Οπως αναγνωρίζουν συνομιλητές του κ. Τσίπρα, η τελική επιλογή του ΔΝΤ θα κριθεί σε επίπεδο που υπερβαίνει και δεν μπορεί να επηρεαστεί από την κυβέρνηση. Επί της ουσίας, στον ορίζοντα βρίσκεται μια παρτίδα σκάκι που θα παιχθεί μεταξύ της κ. Κρ. Λαγκάρντ και της Γερμανίδας καγκελάριου κ. Αγκελα Μέρκελ, πίσω από κλειστές πόρτες και με επίκεντρο την προοπτική απομείωσης του ελληνικού χρέους.

Ομως, εάν μέχρι πρόσφατα στο Μέγαρο Μαξίμου υπήρχαν αμφιβολίες και αμφιθυμίες, ο κύβος έχει ριφθεί και η κυβέρνηση μεταδίδει πλέον με σαφήνεια ότι προκρίνει την «ευρωπαϊκή» διαχείριση του ελληνικού προγράμματος, παρότι ακόμη ορισμένοι συνομιλητές του πρωθυπουργού εκφράζουν προβληματισμό για το κατά πόσον δεν θα ήταν προτιμότερη η παραμονή του Ταμείου εάν οδηγούσε σε ουσιαστική ελάφρυνση του χρέους.

Ο λόγος που προκρίνεται η έστω μερική απεμπλοκή του Ταμείου –με συνέχιση της παρουσίας του ενδεχομένως ως συμβούλου– είναι απλός. Μέχρι τώρα η Αθήνα «επένδυε» στο ΔΝΤ ως σύμμαχο στην προσπάθεια σημαντικής αλλά και άμεσης απομείωσης του χρέους και αποκλιμάκωσης των πρωτογενών πλεονασμάτων κάτω από το 3,5% μετά το 2018. Αλλά, πλέον, είναι σαφές πως και οι δύο ανωτέρω στόχοι απομακρύνονται.

Στο κυβερνητικό επιτελείο έχουν υποχωρήσει οι ψευδαισθήσεις ότι μπορεί να υπάρξουν ουσιαστικές αποφάσεις για το χρέος πριν από τις γερμανικές εκλογές το φθινόπωρο του 2017. Ετσι, η όποια «χρησιμότητα» του ΔΝΤ εξαφανίζεται και παραμένει στο τοπίο απλά η ασφυκτική πίεση κατά τη διάρκεια του κάθε γύρου της διαπραγμάτευσης. Αντιθέτως, εάν το Ταμείο αποχωρήσει, η κυβέρνηση μπορεί να ευελπιστεί σε χαλαρότερες –και με μικρότερο πολιτικό κόστος– αξιολογήσεις, ειδικά καθώς έχει αποδεχθεί και σιωπηρά συναινέσει στην προοπτική οι ουσιαστικές αποφάσεις για την Ελλάδα να ληφθούν από τους εταίρους προς τα τέλη του επόμενου χρόνου.

Πάντως, παρά την προσπάθεια του Μεγάρου Μαξίμου να μεταδώσει την εικόνα ότι οι εκπρόσωποι του ΔΝΤ κράτησαν στον τελευταίο γύρο της διαπραγμάτευσης χαμηλούς τόνους, πληροφορίες κάνουν λόγο για σκηνικό εντάσεων και ισχυρών πιέσεων. Είναι ενδεικτικό ότι σε σχέση με τα αδήλωτα εισοδήματα, το ΔΝΤ εμφανίζεται να αξιώνει φορολόγηση σε ύψος που ουσιαστικά ακυρώνει τη όποια ρύθμιση, ενώ ιδιαίτερα σκληρό ήταν κατά τη διαπραγμάτευση με τον υπουργό Εργασίας κ. Γ. Κατρούγκαλο για τα εργασιακά.

Σύμφωνα με πληροφορίες, ιδιαίτερα θετική δεν ήταν η στάση ούτε των εκπροσώπων των άλλων μελών της τρόικας, γεγονός που προοιωνίζεται πως ειδικά η δεύτερη αξιολόγηση θα είναι μακρά και επίπονη. Αυτό, εξάλλου, εξηγεί και την επιλογή της κυβέρνησης να ανοίγει διαρκώς μέτωπα στην εσωτερική πολιτική σκηνή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ