ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ο λογαριασμός των δημοσιονομικών ελλειμμάτων

ΒΑΣΙΛΗΣ ΣΑΡΑΦΙΔΗΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Σε πρόσφατο άρθρο τους με τίτλο «Τα δημοσιονομικά στοιχεία του 2009 και οι ευθύνες», οι πρώην υπουργοί οικονομικών του ΠΑΣΟΚ κ. Παπακωνσταντίνου και Σαχινίδης ισχυρίστηκαν ότι «ο συνολικός λογαριασμός της Ν.Δ. στη χώρα την περίοδο 2004-2009 έφτασε τα 120 δισ. επιπρόσθετο χρέος, έναντι των 180 δισ. που είχε δανειστεί η χώρα σωρευτικά από το 1830 έως το 2004».

Ο υπολογισμός αυτός βασίστηκε χονδρικά στη διαφορά μεταξύ της ονομαστικής τιμής του χρέους τo 2009 (αξίας 301.1 δις. €) και της αντίστοιχης του 2003 (αξίας 181.5 δις. €).

Φοβάμαι ότι η συγκεκριμένη παρατήρηση είναι λανθασμένη και παραπλανητική. Πριν εξηγήσω τους λόγους, είναι χρήσιμο να εφαρμόσουμε τη λογική στην οποία βασίζεται η παραπάνω παρατήρηση αντίστροφα: δηλ. με το ΠΑΣΟΚ να διαδέχεται τη ΝΔ στην εξουσία.

Πιο συγκεκριμένα, τα έτη 1993 και 2004 η ονομαστική αξία του δημόσιου χρέους έφτανε περίπου τα 69 και 183 δις. αντίστοιχα. Θα μπορούσε λοιπόν να ισχυριστεί κάποιος ότι «ο συνολικός λογαριασμός του ΠΑΣΟΚ στη χώρα την περίοδο 1994-2004 έφτασε τα 114 δις. επιπρόσθετο χρέος έναντι των 69 δις. που είχε δανειστεί η χώρα σωρευτικά από το 1830 έως το 1993.»

Με άλλα λόγια, το ΠΑΣΟΚ εμφανίζεται στην προκειμένη περίπτωση πως χρέωσε την χώρα μέσα σε μια δεκαετία σχεδόν διπλάσια χρήματα από αυτά που δανείστηκε το ελληνικό κράτος από την ίδρυση του μέχρι το 2004. Στην πραγματικότητα όμως, η συμβολή του στην εθνική αποταμίευση ήταν θετική την συγκεκριμένη περίοδο, όπως θα δούμε παρακάτω.

Η παρατήρηση των δύο πρώην υπουργών είναι λανθασμένη και παραπλανητική για τους εξής λόγους. Πρώτον, αυτό που έχει σημασία δεν είναι τόσο το ποσό που δανείζεται μια κυβέρνηση, αλλά η αναλογία του ποσού αυτού ως προς το συνολικό μέγεθος της οικονομίας (πχ. το ΑΕΠ της χώρας): άλλο πράγμα να έχεις έλλειμμα αξίας π.χ. 1 € το 1990 (ή ακόμα χειρότερα το 1830) και άλλο πράγμα να έχεις έλλειμμα αξίας 1 € το 2009, όπου η οικονομία ήταν σαφώς μεγαλύτερη.

Δεύτερον, το δημόσιο χρέος μεταβάλλεται κατά τη διάρκεια μιας χρονικής περιόδου σύμφωνα με τα συνολικά δημοσιονομικά ελλείμματα (ή πλεονάσματα) που δημιουργούνται το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Τα ελλείμματα αυτά όμως συμπεριλαμβάνουν δαπάνες για τόκους δανείων που είχαν συνάψει προηγούμενες κυβερνήσεις: όσο μεγαλύτερο είναι το χρέος που κληρονομεί μια κυβέρνηση τόσο μεγαλύτερες είναι οι δαπάνες που πρέπει να καταβάλλει για την εξυπηρέτηση του. Συνεπώς, ένα σημαντικό μέρος του «λογαριασμού των 120 δισ. που άφησε η ΝΔ στη χώρα την περίοδο 2004-2009» οφείλεται στις δαπάνες εξυπηρέτησης επιπρόσθετου χρέους που δημιούργησαν προηγούμενες κυβερνήσεις.

Αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία λοιπόν για την ανάλυση της δημοσιονομικής συμπεριφοράς μιας κυβέρνησης και τις ευθύνες της όσον αφορά την δημιουργία επιπρόσθετου χρέους, δεν είναι τα συνολικά αλλά τα πρωτογενή ελλείμματα, δηλ. αυτά που δεν περιλαμβάνουν δαπάνες για τόκους.

Για τους παραπάνω λόγους, θα επιχειρήσω στη συνέχεια να αναλύσω την «δημοσιονομική σύνεση» των ελληνικών κυβερνήσεων την περίοδο 1975-2009 εξετάζοντας τα πρωτογενή ελλείμματα εκφρασμένα ως ποσοστό του ΑΕΠ.

Από τα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία προκύπτουν τα εξής: το σύνολο (άθροισμα) των πρωτογενών δημοσιονομικών ελλειμμάτων που αντιστοιχούν σε κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ ισούται με το 19.5% του ΑΕΠ, ενώ το αντίστοιχο σύνολο πρωτογενών ελλειμμάτων για την ΝΔ ισούται με το 35.9% του ΑΕΠ. Ως ένα απλοϊκό παράδειγμα, αυτό σημαίνει ότι βάσει της ονομαστικής αξίας του ΑΕΠ για το έτος 2009, τα πρωτογενή ελλείμματα που συσσώρευσαν το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ είναι αξίας περίπου 46 και 85 δις. € αντίστοιχα. Τα στατιστικά δεδομένα πριν το 1995 έχουν ληφθεί από το εξαιρετικό βιβλίο της Σοφίας Δημέλη με τίτλο «Μακροοικονομικά Μεγέθη και Ανάπτυξη της Ελληνικής Οικονομίας» (2010).

Φυσικά επειδή το ΠΑΣΟΚ βρέθηκε στην εξουσία για 18 χρόνια συνολικά, ενώ η ΝΔ περίπου για 14.5, η σύγκριση βάσει των σωρευτικών ελλειμμάτων δεν μπορεί να είναι απόλυτα ακριβής –αλλά σε κάθε περίπτωση τα τελικά συμπεράσματα του άρθρου μου δεν αλλάζουν.

Η προηγούμενη ανάλυση αφορά όλες τις φάσεις διακυβέρνησης της χώρας από το ΠΑΣΟΚ συνολικά, και όλες από την ΝΔ, χωρίς να διαφωτίζει τι έγινε στις επιμέρους περιόδους. Για τον λόγο αυτό αξίζει να σημειωθούν τα εξής: στην πρώτη φάση διακυβέρνησης από την ΝΔ [το ΠΑΣΟΚ] την περίοδο 1975-1981 [1981-1989] τα πρωτογενή δημοσιονομικά ελλείμματα σωρευτικά αντιστοιχούν στο 8.0% [31.1%] του ΑΕΠ (βλ. τα ποσοστά στο διάγραμμα με μαύρη γραμματοσειρά). Στη δεύτερη θητεία της ΝΔ στην κυβέρνηση (1991-1993) τα σωρευτικά ελλείμματα ήταν αξίας 4.2% του ΑΕΠ, ενώ την περίοδο 1993-2004 –δεύτερη φάση διακυβέρνησης από το ΠΑΣΟΚ– υπήρξε σωρευτικό πλεόνασμα (δηλ. αρνητικό έλλειμμα) ίσο με το 11.6% του ΑΕΠ. Την περίοδο 2004-2009 –τρίτη και τελευταία φάση διακυβέρνησης από τη ΝΔ πριν από την κρίση– τα ελλείμματα σωρευτικά αντιστοιχούν στο 23.7% του ΑΕΠ.

Τα παραπάνω ποσοστά δεν λαμβάνουν υπόψη την επίδραση του οικονομικού κύκλου στα έσοδα/έξοδα της εκάστοτε δημοσιονομικής διαχείρισης. Με απλά λόγια, το ύψος των εσόδων/εξόδων ενός κράτους εξαρτάται (σε διαφορετικό βαθμό) από τις διακυμάνσεις της οικονομικής δραστηριότητας. Για παράδειγμα, κατά την διάρκεια μιας ύφεσης το κράτος εισπράτει αναλογικά λιγότερους φόρους και δαπανά περισσότερα χρήματα για επιδόματα. Το συνολικό «κυκλικά διορθωμένο» ή «διαρθρωτικό» πρωτογενές δημοσιονομικό έλλειμμα ανά περιόδους εμφανίζεται ως % του ΑΕΠ στο επάνω διάγραμμα με μπλε γραμματοσειρά. Πρέπει να τονιστεί επίσης ότι επειδή πολλές από τις δημόσιες δαπάνες είναι ανελαστικές, αυτό που έχει σημασία δεν είναι μόνο το πρόσημο του δημοσιονομικού ισοζυγίου κατά την διάρκεια μιας περιόδου αλλά και η δυναμική των ελλειμμάτων. Ως ένα απλό παράδειγμα, ενώ το δημοσιονομικό ισοζύγιο είναι αρνητικό καθόλη την περίοδο 1990-1993, τα ελλείμματα εμφανίζουν μεγάλη πτώση σε σύγκριση με αυτά της προηγούμενης δεκαετίας.

Συμπεράσματα

Πρώτον, η διάκριση ανάμεσα σε «εμείς» και «εσείς» όσον αφορά την δημοσιονομική σύνεση που επέδειξαν τα δύο μεγάλα κόμματα δεν μπορεί να σταθεί όρθια βάσει των διαθέσιμων οικονομικών στοιχείων. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι υπήρξαν κυβερνήσεις τόσο του ΠΑΣΟΚ όσο και της ΝΔ οι οποίες επέδειξαν δημοσιονομική αμέλεια και συνέβαλαν στη ραγδαία διόγκωση του δημόσιου χρέους, ενώ παράλληλα υπήρξαν άλλες κυβερνήσεις και από τα δύο κόμματα οι οποίες προσπάθησαν έμπρακτα να σταθεροποιήσουν τα δημοσιονομικά μεγέθη. Δεύτερον, η περίοδος 1994-2001 είναι η μόνη όπου καταγράφονται δημοσιονομικά πλεονάσματα. Η περίοδος αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική: έχει ως αφετηρία το 1994, όπου τέθηκε σε εφαρμογή το δεύτερο στάδιο της συνθήκης του Μάαστριχτ που αφορούσε την επίτευξη των κριτηρίων σύγκλισης, και τελειώνει το 2001 με την ένταξη της Ελλάδας στην ΟΝΕ στις αρχές του 2002. Είναι εμφανές ότι για τα υπόλοιπα 30 σχεδόν χρόνια, το δημόσιο χρέος επιβαρυνόταν συνεχώς με πρωτογενή ελλείμματα, ακόμα και σε περιόδους όπου η οικονομία αναπτυσσόταν με γρήγορους ρυθμούς. Τρίτον, βεβαίως η τακτική των υψηλών δημοσιονομικών ελλειμμάτων και η επακόλουθη διόγκωση του χρέους έχει εν μέρει ένα «κοινωνικό θετικό πρόσημο» βραχυχρόνια. Όμως για να βγάλουμε ουσιώδη συμπεράσματα πάνω στο ζήτημα αυτό, θα πρέπει παράλληλα να ληφθεί υπόψη η αρνητική επίδραση των παρατεταμένων διαρθρωτικών ελλειμμάτων στην εθνική αποταμίευση, και το δυσβάστακτο βάρος που τα μακροχρόνια ελλείμματα επιφέρουν στις επόμενες γενιές. Ένα μέρος του διαγενεακού αυτού βάρους βιώνουμε ασφαλώς και σήμερα. Τέλος, οφείλω να υπενθυμίσω ότι μερίδιο στην ευθύνη της επιλογής μας να έχουμε ένα κράτος σχεδόν μονίμως ελλειμματικό έχει και η «ελάσσων αντιπολίτευση» (δηλ. τα κόμματα της Αριστεράς), όπως και πολλοι θεσμοί της χώρας (πχ. πολλά εργατικά συνδικάτα), οι οποίοι πίεζαν με κάθε ευκαιρία για παροχές οι οποίες ήταν έξω από το μέτρο του εφικτού.

* Ο κ. Βασίλης Σαραφίδης είναι επίκουρος καθηγητής Οικονομετρίας στο Monash Business School της Αυστραλίας

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ