Δεν τον γνώριζε προσωπικά, αλλά, όπως όλοι στην περιοχή, ήξερε ποιος είναι. Μια μέρα που τον είδε στον δρόμο, τον σταμάτησε και τον ρώτησε αν όντως έψαχνε, όπως ακουγόταν, μια γυναίκα για τις δουλειές του σπιτιού. Εκείνος τη ρώτησε το επίθετό της και θυμήθηκε ότι κάποτε είχε γνωρίσει τον πατέρα της. Ξέρω πού μένεις, της είπε τελικά, θα περάσω να σε πάρω. Αυτά έγιναν το 2000. Η Ελπίδα Μπελογιάννη ξεκίνησε πράγματι να δουλεύει στο δαιδαλώδες σπίτι που έχτισε ο σερ Πάτρικ Λι Φέρμορ τη δεκαετία του ’60, όχι μακριά από το χωριό της Καρδαμύλης. Πέρασε εκεί δέκα χρόνια από τη ζωή της, έζησε στην καθημερινότητά του τον διάσημο Βρετανό συγγραφέα και φιλέλληνα και ήταν δίπλα του μέχρι τις τελευταίες του στιγμές. Σήμερα, πέντε χρόνια μετά τον θάνατό του, πλάι στο στρογγυλό βενετσιάνικο τραπέζι του σαλονιού, κάπως συγκινημένη, μας λέει ότι το σπίτι τής φαίνεται πια τόσο άδειο.

Οταν ήταν ακόμη εν ζωή, ο Πάτρικ Λι Φέρμορ και η σύζυγός του, η φωτογράφος Τζόαν Ελίζαμπεθ Ράινερ, μην έχοντας απογόνους, αποφάσισαν να δωρίσουν το σπίτι τους στο Μουσείο Μπενάκη, με την προοπτική μετά τον θάνατό τους να αξιοποιηθεί ως χώρος φιλοξενίας συγγραφέων, ερευνητών και καλλιτεχνών – πρόσφατα το Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος ενέκρινε μια δωρεά για την επισκευή και τη συντήρηση του ακινήτου. Προσεχώς, λοιπόν, το σπίτι του κυρ Μιχάλη, όπως τον έλεγαν οι ντόπιοι, ή Πάντι, όπως τον φώναζαν οι φίλοι, θα αξιοποιηθεί όπως ονειρευόταν ο ίδιος. Στο μαγευτικό τοπίο της περιοχής του Καλαμιτσίου, ανάμεσα σε κυπαρίσσια και ελιές, με θέα στο πέλαγος, στη σκιά του Ταϋγέτου, θα δημιουργηθεί μια εστία πολιτισμού – υπολογίζεται ότι τα πάντα θα είναι έτοιμα μέσα στο 2018.

Η φίλη και βιογράφος του Φέρμορ Αρτεμις Κούπερ, όταν τη ρωτήσαμε αν θυμάται γιατί ο συγγραφέας επέλεξε να εγκατασταθεί εκεί, μας είπε ότι «αυτός και η Τζόαν αγαπούσαν την Ελλάδα περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη χώρα στον κόσμο: αγαπούσαν το φως, τον αέρα, την αίσθηση της ελευθερίας και από τις αρχές της δεκαετίας του ’50 ήθελαν να εγκατασταθούν εκεί». Το ακριβές σημείο ο Φέρμορ το βρήκε μάλλον τυχαία, σε μια περιήγηση, και το 1964 αγόρασε εκεί ένα οικόπεδο εννέα στρεμμάτων έναντι 200.000 δραχμών. Οραματίστηκε να χτίσει ένα σπίτι-αποτύπωμα των εικόνων και των τεχνοτροπιών που είχε συναντήσει στα ταξίδια του· όλα προσαρμοσμένα στην τοπική αρχιτεκτονική. «Συχνά ο Πάντι δούλευε πλάι στους χτίστες ή γύριζε την ύπαιθρο, φτάνοντας μερικές φορές ως την Καλαμάτα, για να μαζέψει πέτρες και μάρμαρο καθώς και παραδοσιακές πλάκες», γράφει η Κούπερ στο «Πάτρικ Λι Φέρμορ: Μια περιπέτεια» (εκδ. Μεταίχμιο). Μια εικόνα του σπιτιού μπορείτε να σχηματίσετε βλέποντας την ταινία «Πριν το ξημέρωμα» (2013) με τον Ιθαν Χοκ και τη Ζουλί Ντελπί, ένα μεγάλο μέρος της οποίας γυρίστηκε εκεί – εναλλακτικά μπορείτε να επισκεφτείτε τον χώρο κατόπιν συνεννόησης με το Μουσείο Μπενάκη.
 
Οπως τα είχε αφήσει

Μπαίνοντας από την ξύλινη πόρτα του περιφραγμένου οικοπέδου, η κ. Μπελογιάννη μάς οδηγεί στα δεξιά, όπου υπάρχει ένα ξεχωριστό κτίσμα από το υπόλοιπο σπίτι, το γραφείο, στο οποίο περνούσε όλη του τη μέρα. Τα πάντα είναι στη θέση όπου τα άφησε. Τα στυλό, οι σημειώσεις, οι στοίβες με τα βιβλία. Η αίσθηση που αφήνει ο χώρος είναι ότι ξαφνικά ο Φέρμορ θα μπει μέσα, θα χαμογελάσει και θα καθίσει στην καρέκλα του να γράψει. Το κυρίως σπίτι δίνει αρχικά μια εικόνα λαβύρινθου – «τον πρώτο καιρό δυσκολευόμουν να προσανατολιστώ», θυμάται η κ. Μπελογιάννη. Δεν είναι εύκολο να το περιγράψουμε. Δωμάτια που επικοινωνούν μεταξύ τους, δύο επίπεδα που οδηγούν στις αυλές, μια στενή εσωτερική σκάλα, ένα μεγάλο μπαλκόνι με καμάρες που ενώνει ένα σαλόνι γεμάτο φως με την παραμυθένια κρεβατοκάμαρα του Πάντι και της Τζόαν.

Οσο αλλάζουμε δωμάτια, η κ. Μπελογιάννη προσθέτει πληροφορίες: τα πλακάκια του μπάνιου τα είχε φέρει ο κυρ Μιχάλης από το Μαρόκο, η ταπετσαρία στον τοίχο είναι ηλικίας δύο αιώνων, το τζάκι του σαλονιού είναι πιστή απομίμηση από το παλάτι των Καντακουζηνών στη Ρουμανία (η πριγκίπισσα Μπαλάσα Καντακουζηνού υπήρξε μεγάλος έρωτας του Πάντι και μια φωτογραφία της υπάρχει ακόμα στο γραφείο του), το μωσαϊκό με τα βότσαλα στις βεράντες το έφτιαξε ο Φέρμορ με τη συμβολή του φίλου του Χατζηκυρικάκου-Γκίκα, ο οποίος μάλιστα του είχε χαρίσει και ένα γλυπτό. Εν τω μεταξύ, διάσπαρτα σε όλα τα δωμάτια υπάρχουν περισσότερα από 5.000 βιβλία: στο γραφείο είδαμε κυρίως λεξικά, ιστορικά βιβλία και χάρτες, ενώ στο υπνοδωμάτιο είδαμε βιβλία σκακιού, μαγειρικής ή αστυνομικά - όταν πέθανε η Τζόαν, το 2003, ο Πάντι άλλαξε δωμάτιο. Εκεί, πάνω σε ένα γραφειάκι, στοιχισμένοι αυστηρά, στέκονται μόνο κάποιοι μαύροι σκληρόδετοι τόμοι του Σαίξπηρ.

Στο σπίτι αυτό φιλοξενήθηκαν κατά καιρούς αμέτρητοι άνθρωποι, από άσημοι φίλοι του ζευγαριού μέχρι βασιλικές οικογένειες και, φυσικά εκπρόσωποι του χώρου της τέχνης. Η κ. Μπελογιάννη θυμάται ότι πολλές φορές ο κυρ Μιχάλης και η Τζόαν οργάνωναν, πριν φτάσουν οι καλεσμένοι, τα θέματα που θα συζητούνταν, ώστε να μην υπάρχουν αμήχανες σιωπές. Από τους πιο συχνούς επισκέπτες ήταν η Αρτεμις Κούπερ, η οποία τον θυμάται να μιλάει για τέχνη, ιστορία, λογοτεχνία, θέατρο, όπερα, μουσική, ποίηση, αρχιτεκτονική, μυθολογία. «Του άρεσαν τα αστεία και οι ιστορίες και τα λογοπαίγνια και τα τραγούδια (τραγουδούσε και απήγγελλε ποιήματα σε πολλές γλώσσες) και ήταν διαρκώς περίεργος για τα πάντα». Της ζητήσαμε να θυμηθεί κάτι από εκείνες τις επισκέψεις στην Καρδαμύλη. «Θυμάμαι την πρώτη φορά που πήγα με τον σύζυγό μο,υ τον Αντονι (σ.σ. Αντονι Μπίβορ, γνωστός Βρετανός ιστορικός)», μας λέει, «θυμάμαι τον μακρύ και ζεστό δρόμο και την αίσθηση, έπειτα από όλη εκείνη τη σκόνη και τον ιδρώτα, ότι μπαίνεις σε έναν άλλο κόσμο. Ηταν μια ήρεμη νύχτα με εκατομμύρια αστέρια – δεν νομίζω ότι υπήρχε φεγγάρι. Ημασταν έξι άνθρωποι γύρω από το μαρμάρινο τραπέζι με θέα τη θάλασσα: ο Πάντι και η Τζόαν, ο Ζαν Φίλντινγκ και η γυναίκα του Μαγκούς, ο Αντονι κι εγώ. Η Τζόαν είχε ψήσει ένα κοτόπουλο γεμιστό με μαύρες ελιές και ήπιαμε το κόκκινο κρασί από τη Νεμέα, που ο Πάντι προτιμούσε τα βράδια: μπορούσες να πιεις λίτρα από εκείνο το ποτό και να ξυπνήσεις φρέσκος σαν λουλούδι. Τι συζητήσαμε εκείνο το βράδυ;

»Δεν θυμάμαι τίποτε άλλο πέρα από τη βελούδινη νύχτα, τον ήχο της θάλασσας, τα πρόσωπα στο φως των κεριών, τα γέλια και τις φωνές – και τη σκέψη ότι τίποτα δεν θα μπορούσε να είναι καλύτερο από εκείνη τη στιγμή».

Μια γεμάτη ζωή

Ο Πάτρικ Λι Φέρμορ γεννήθηκε στο Λονδίνο το 1915. Στα 18 του διέσχισε την Ευρώπη με τα πόδια, φτάνοντας μέχρι την Κωνσταντινούπολη και την Ελλάδα. Αργότερα, στον Β΄ Παγκόσμιο, επέστρεψε στη χώρα μας και είχε ενεργό ρόλο στην Αντίσταση της Κρήτης και ηγήθηκε της ομάδας που απήγαγε τον Γερμανό στρατηγό Κράιπε. Ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο, αλλά πιο πολύ αγάπησε τη χώρα μας και τη δεκαετία του ’60 εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Μάνη. Τα βιβλία του (κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Μεταίχμιο) τον καθιστούν έναν από τους πιο σπουδαίους ταξιδιωτικούς συγγραφείς της εποχής μας. To 2004 χρίστηκε Ιππότης. Παρέμεινε ένα απλός, χαμογελαστός και διασκεδαστικός άνθρωπος μέχρι τα 96 του χρόνια.
 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ