Μπάμπης Παπαδημητρίου ΜΠΑΜΠΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

Η Ελλάδα γηράσκει μη διδασκόμενη

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΚΑΤ' ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΝ

Μπορεί, κατά καιρούς, η απάντηση στο ερώτημα «ποιοι είμαστε;» να προκαλεί παθιασμένες συζητήσεις. Αντιθέτως, η απάντηση στο «πόσοι είμαστε;», αν και εξαιρετικά σημαντική, ελάχιστα απασχολεί την καθημερινότητά μας.

Μια νέα έρευνα από τον οργανισμό «διαΝΕΟσις», που ιδρύθηκε με πρωτοβουλία του επιχειρηματία Δ. Δασκαλόπουλου, δίνει τον τόνο. Σύμφωνα με όσα διαβάσαμε στο κυριακάτικο φύλλο της «Κ», ο πληθυσμός της χώρας δεν μειώνεται απλώς, αλλά φθίνει με συνταρακτικό τρόπο. Το 2050, που είναι ο χρονικός ορίζοντας των παιδιών σήμερα, η κατάσταση προδιαγράφεται απογοητευτική.

Στην Ελλάδα της αριστερής υπερμετρωπίας, όποιος ασχολείται με τους περιορισμούς που βάζει η δημογραφία είναι ύποπτος εθνικισμού επειδή κρούει τον κώδωνα της συρρίκνωσης του κράτους. Αντιστρόφως, στη δεξιά πρεσβυωπική προσέγγιση, η δυναμική αντιμετώπιση του πληθυσμιακού πρέπει να έχει γενετήσια χαρακτηριστικά.

Σύμφωνα με την έρευνα της «διαΝΕΟσις» υπό τον καθηγητή του Παν. Θεσσαλίας Βύρωνα Κοτζαμάνη, ο πληθυσμός της Ελλάδας θα είναι μόλις 8,8 εκατομμύρια το 2050. Οι υποθέσεις είναι, δυστυχώς, ρεαλιστικές. Μια γυναίκα θα γεννά μέχρι 1,7 παιδιά, πολύ λιγότερο από τον συντελεστή 2,1 τον οποίο οι δημογράφοι θεωρούν ως το όριο απλής ανανέωσης του πληθυσμού στα σημερινά του επίπεδα.

Οι μεταβολές του πληθυσμού κρίνονται από τρεις παράγοντες: γεννήσεις και θάνατοι, συν την καθαρή ροή των μεταναστών, ξένων αλλά και Ελλήνων. Στα 65 προηγούμενα χρόνια αυξήθηκε σημαντικά, κατά 45% ο πληθυσμός, ταυτοχρόνως όμως το κύριο χαρακτηριστικό αυτής της εξέλιξης ήταν η γήρανση, εφόσον δεκαπλασιάστηκε το μερίδιο όσων –καλά να είναι– ξεπέρασαν τα 85 τους χρόνια. Ανω των 65 ετών είναι σήμερα δύο στους δέκα (20,5%), όταν ήταν λιγότεροι από ένας στους δέκα (8,3%) το 1961. Η διάμεσος ηλικία, δηλαδή εκείνη στην οποία ο πληθυσμός μοιράζεται σε δύο ίσα μέρη είναι τα 44 έτη (από 26 το 1951)!

Οπως είναι αναμενόμενο, η κρίση κάνει τα πράγματα χειρότερα. Στο δημογραφικό όμως, η κατάσταση χειροτέρευσε στην περίοδο της ταχείας ανάπτυξης. Παρά το μέγεθος του κράτους και τα ασυγκράτητα ελλείμματα που δημιούργησε, δεν εφαρμόστηκε καμία ουσιαστική κοινωνική πολιτική. Για παράδειγμα, το κράτος αγνόησε συστηματικά τις γυναίκες που θέλησαν να σπουδάσουν και να κάνουν καριέρα, αποκλείοντας την οικογένειά τους από σχεδόν κάθε βοήθεια του κράτους, κυρίως μάλιστα τους βρεφονηπιακούς σταθμούς. Αποτέλεσμα, μόνον το 56% των γυναικών με πτυχίο μετά τη δευτεροβάθμια έχει τουλάχιστον ένα παιδί. Σκεφτείτε πόσο σημαντική είναι, από την άποψη αυτή, η σκέψη Μητσοτάκη που υποσχέθηκε να καλύψει για όλα τα παιδιά το δικαίωμα πρόσβασης σε παιδικούς σταθμούς. Είναι καιρός να κρίνονται πολλά –βεβαίως και τα εκλογικά– σε τέτοια κρίσιμα ζητήματα, που δεν φαίνεται να απασχολούν καθόλου την κυβερνώσα αριστερο-δεξιά!

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ