ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Οχι άλλες καθυστερήσεις στην αύξηση των αμερικανικών επιτοκίων

MARKUS DEMARY*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΝΑΛΥΣΗ

Η αμερικανική Ομοσπονδιακή Τράπεζα (Fed) ανέβαλε πάλι, την Τετάρτη, την αύξηση των επιτοκίων δανεισμού. Πέρυσι η Fed είχε ολοκληρώσει επισήμως την πολιτική χαμηλών επιτοκίων, ωστόσο παρά τη βελτίωση της κατάστασης της αγοράς εργασίας έχει καθυστερήσει να αυξήσει τα επιτόκια δανεισμού. Η αμερικανική κεντρική τράπεζα απέχει πολύ από το «κανονικό» επιτόκιο δανεισμού, το οποίο θα ήταν 4% για τις ΗΠΑ, συνεπώς ίσως να αναγκαστεί να επιβάλει αρνητικά επιτόκια στην επόμενη ύφεση της οικονομίας. Το γεγονός πως η Fed έχει αναβάλει να αυξήσει τα επιτόκια δανεισμού δύο φορές εντός του 2016 θα μπορούσε να σημαίνει πως θα πρέπει να τα αυξήσει πολύ πιο γρήγορα τα επόμενα χρόνια στην προσπάθειά της να τα φέρει στο επίπεδο του λεγόμενου ουδέτερου επιτοκίου δανεισμού.

Αν βρισκόταν το επιτόκιο δανεισμού στο κατάλληλο επίπεδο, η Fed θα είχε περιθώριο κινήσεων σε περίοδο ύφεσης. Αν όμως εξακολουθήσει να αυξάνει τα επιτόκια με τόσο αργό ρυθμό, τότε θα φτάσει στο επίπεδο του 4% το 2030. Μέχρι τότε θα είναι αργά. Ο συνηθισμένος επιχειρηματικός κύκλος στις ΗΠΑ, δηλαδή το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από τη μια ύφεση μέχρι την επόμενη, διαρκεί 5,5 χρόνια. Στατιστικά λοιπόν μέχρι το 2030 θα μπορούσε να έχουν σημειωθεί δύο υφέσεις. Για να τις αντιμετωπίσει η Fed θα πρέπει να χαλαρώσει εκ νέου τη νομισματική πολιτική της, ωστόσο θα μπορούσε να το πετύχει μόνο αν υιοθετήσει αρνητικά επιτόκια δανεισμού για τις τράπεζες.

Για να καταφέρει να επαναφέρει στο κανονικό τη νομισματική πολιτική της πριν χτυπήσει η επόμενη ύφεση, η Fed θα πρέπει να αυξήσει το βασικό επιτόκιο δανεισμού κατά τουλάχιστον 1% τον χρόνο για τα επόμενα τρία χρόνια. Ομως, προς το παρόν, δεν υπάρχει πλειοψηφία μεταξύ των Αμερικανών κεντρικών τραπεζιτών ώστε να υπάρξει επιθετική αύξηση του επιτοκίου δανεισμού.

Οσα μέλη της Fed εμφανίζονται αντίθετα με την ταχεία αύξηση των επιτοκίων δανεισμού δικαιολογούν την επιλογή τους λέγοντας ότι ο πληθωρισμός εξακολουθεί να βρίσκεται χαμηλά, ότι το ύψος των επενδύσεων είναι μικρό και ότι η οικονομική ανάπτυξη εξακολουθεί να είναι αδύναμη. Ο πληθωρισμός εξακολουθεί να απέχει 1,2% από τον στόχο του 2% που έχει η Fed. Πριν από την κρίση οι επενδύσεις στις ΗΠΑ βρίσκονταν στο επίπεδο του 22% του ΑΕΠ, ενώ σήμερα βρίσκονται μόλις στο 19%.

Ο αντίλογος απέναντι σε αυτή την υπερβολικά απαισιόδοξη άποψη για την κατάσταση στην οποία βρίσκεται η αμερικανική οικονομία είναι το γεγονός πως η ανεργία στις ΗΠΑ έχει υποχωρήσει στο 4,9%. Κατά τη διάρκεια της τελευταίας ύφεσης, το 2009, είχε φτάσει στο επίπεδο του 10%. Και το επίπεδο δανεισμού των αμερικανικών νοικοκυριών –παραδοσιακά τα αμερικανικά νοικοκυριά έχουν υψηλό επίπεδο χρεών– έχει υποχωρήσει σήμερα σε επίπεδο ρεκόρ.

Συνεπώς, όχι μόνο είναι διαχειρίσιμη η αύξηση των επιτοκίων δανεισμού, αλλά είναι και αναγκαία, ιδίως για να αποφευχθεί η εκ νέου αύξηση του χρέους των νοικοκυριών, κάτι που μπορεί εύκολα να συμβεί όταν νοικοκυριά και κυβέρνηση συνηθίζουν στην ύπαρξη χαμηλών επιτοκίων δανεισμού. Η συγκεκριμένη ανησυχία είναι δικαιολογημένη και απόδειξη είναι το επίπεδο του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ. Κατά τη διάρκεια της περιόδου που υπήρχαν υψηλά επιτόκια δανεισμού, δηλαδή έως τα τέλη της δεκαετίας του ’90, η αναλογία χρέους προς ΑΕΠ δεν είχε υπερβεί ποτέ το 50% του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος. Στη διάρκεια των τελευταίων επτά ετών, οπότε ισχύουν στις ΗΠΑ ιστορικά χαμηλά επιτόκια δανεισμού, η αναλογία χρέους προς ΑΕΠ έχει αυξηθεί από το 77% στο 105%.

* Ο αρθρογράφος είναι επικεφαλής οικονομολόγος του ινστιτούτου για τη γερμανική οικονομία IW Koeln.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ