ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Το Κογκρέσο δεν θα μπορέσει να βάλει φρένο στα σχέδια του Τραμπ για το διεθνές εμπόριο

JUSTIN WOLFERS / THE NEW YORK TIMES

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ανάλυση

Οι Αμερικανοί δεν δίνουν συχνά μεγάλο βάρος στις λαϊκίστικες υποσχέσεις ενός υποψηφίου για την προεδρία της χώρας τους, διότι δεν είναι βέβαιο ότι θα εγκριθούν από το αμερικανικό Κογκρέσο.

Εάν εκλεγεί ο Ντόναλντ Τραμπ, το Κογκρέσο θα «βάλει λίγο πάγο» στις προτάσεις του για τη μείωση της φορολογίας, την αύξηση των δαπανών του ομοσπονδιακού κράτους ή ακόμη την ανέγερση ενός τείχους στα σύνορα με το Μεξικό. Ομως, εάν ο Ντόναλντ Τραμπ κερδίσει τις επικείμενες προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ μπορεί να υλοποιήσει τις υποσχέσεις του στον τομέα του διεθνούς εμπορίου. Εάν αναλάβει την προεδρία των ΗΠΑ, ο κ. Τραμπ έχει υποσχεθεί ότι θα σκίσει διεθνείς συμφωνίες εμπορίου όπως είναι η Συμφωνία Ελευθέρου Εμπορίου Βόρειας Αμερικής (NAFTA). Εχει δεσμευτεί, επίσης, πως θα αποσύρει τις ΗΠΑ από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου (ΠΟΕ) και θα αυξήσει τους δασμούς στα εισαγόμενα προϊόντα από την Κίνα και το Μεξικό. Στην περίπτωση που υπερισχύσει των εκλογών έχει πρόσφορο έδαφος για να υλοποιήσει όλες αυτές τις υποσχέσεις. Και το Κογκρέσο δεν έχει απαραιτήτως την ισχύ ή τη δικαιοδοσία για να τον εμποδίσει από τόσο ριζοσπαστικές ενέργειες. Ακόμη και εάν το αποτέλεσμα είναι ένας εμπορικός πόλεμος με υψηλό κόστος για τη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου.

Αυτό μπορεί να προκαλεί έκπληξη δεδομένου ότι το Σύνταγμα των ΗΠΑ παραδίδει πλήρη ισχύ στο Κογκρέσο «να ρυθμίζει το Εμπόριο με ξένα κράτη». Επί σειρά ετών, ωστόσο, το Κογκρέσο εκχωρεί αυτές τις αρμοδιότητες από αυτό το πεδίο στον Αμερικανό πρόεδρο. Η άσκηση πολιτικής στο εμπόριο αντανακλά μια αξιόλογη ασυμμετρία: οι νέες συμφωνίες εμπορίου απαιτούν την έγκριση του Κογκρέσου, αλλά όχι η ακύρωση των υφιστάμενων συμφωνιών. Οπότε μεγάλα «κεφάλαια» στη διεθνή οικονομική πολιτική των ΗΠΑ μπορεί να αλλαχθούν εάν δώσει ο πρόεδρος το «πράσινο φως».

Το αποτέλεσμα είναι πως οι συνήθεις διαδικασίες δεν προβλέπονται στον επίμαχο τομέα του διεθνούς εμπορίου. (Για όποιον αναρωτιέται, τα ίδια ισχύουν για τη Χίλαρι Κλίντον εάν εκλεγεί πρόεδρος των ΗΠΑ.)

Ο κ. Τραμπ προτείνει την αναδιάταξη του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος που ουσιαστικά θα επέτρεπε την ανάπλαση της αμερικανικής βιομηχανίας. Θα μπορούσε να ξεκινήσει έναν εμπορικό πόλεμο που δεν θα απειλούσε μόνον τους Αμερικανούς εξαγωγείς που χρειάζεται να έχουν πρόσβαση στις ξένες αγορές, αλλά επίσης και κάθε επιχείρηση που εξαρτάται από εμπορεύματα ή προϊόντα που παράγονται μόνον στο εξωτερικό χωρίς να είναι διαθέσιμα στις ΗΠΑ.

Τυπικά, τα νομοθετικά εμπόδια που μπορεί να αξιοποιήσει το Κογκρέσο θωρακίζουν την αμερικανική πολιτική από απότομες μεταβολές. Ομως, για έναν Αμερικανό πρόεδρο που τείνει στον προστατευτισμό, το πεδίο για αλλαγές στο διεθνές εμπόριο είναι σχεδόν ελεύθερο. Ο μοναδικός τρόπος για να μπλοκάρει το Κογκρέσο μια απόφαση του κ. Τραμπ –εάν αναλάβει την ηγεσία των ΗΠΑ– θα ήταν να περάσει νέα νομοθεσία που θα αφαιρούσε ή θα άλλαζε το φάσμα των αρμοδιοτήτων του στα θέματα αυτά. Αυτό θα απαιτούσε την απόλυτη υποστήριξη από τα δύο τρίτα των μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας, προκειμένου να ξεπεραστεί η άσκηση βέτο από τον πρόεδρο.

Ακόμη και αυτό, ίσως, να μην είναι αρκετό για να αλλάξει το ισχύον καθεστώς. Μια απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου μπορεί να θωρακίσει την ισχύ που εκχωρείται στον Αμερικανό πρόεδρο για θέματα εξωτερικής πολιτικής, μια ισχύς που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την ακύρωση διεθνών εμπορικών συμφωνιών. Οπως σχολιάζουν πολιτικοί αναλυτές, «τα αμερικανικά δικαστήρια σπάνια έχουν αμφισβητήσει τις αρμοδιότητες του προέδρου σε εθνικά ζητήματα».

Βέβαια, τέτοιας φύσεως πρωτοβουλίες θα προκαλούσαν την οργή των εμπορικών εταίρων των ΗΠΑ. Εντούτοις, τα περιθώρια επιλογής είναι περιορισμένα. Ακόμη και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου αναγνωρίζει την εξαίρεση χωρών από συγκεκριμένους κανόνες για λόγους εθνικής ασφαλείας. Ακόμη και εάν ο κ. Τραμπ παραβίαζε τους κανόνες του ΠΟΕ, τα μοναδικά αντίποινα των υπολοίπων χωρών θα ήταν να αυξήσουν τους δασμούς τους. Είναι μια προοπτική που τρομάζει πολλούς οικονομολόγους αλλά δεν φαίνεται να προβληματίζει τον κ. Τραμπ. Οπως επισημαίνει ο Τοντ Τάκερ του Ινστιτούτου Ρούζβελτ, η απελευθέρωση του εμπορίου στη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών στηρίζεται σε αρκετά πιο ρευστές βάσεις απ’ ό,τι νομίζει κανείς.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ