ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Το ύψος των μισθών και το ποσοστό της ανεργίας

SERGEI GURIEV, BIAGIO SPECIALE, MICHELE TUCCIO*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΝΑΛΥΣΗ

Η κοινή εξήγηση για την αύξηση της ανεργίας στη Νότια Ευρώπη μετά την τελευταία μεγάλη ύφεση είναι η έλλειψη ευελιξίας στις αγορές εργασίας. Η περισσότερη ευελιξία στους μισθούς θα μπορούσε να επιβραδύνει τη μείωση της απασχόλησης. Η ανεργία της Ευρωζώνης αυξήθηκε από το 7,5% το 2007 στο 11% το 2015. Η αύξηση δεν ήταν ομοιόμορφη.

Στη Βόρεια Ευρώπη ήταν πολύ περιορισμένη, ενώ σε ορισμένες χώρες μειώθηκε η ανεργία. Στη Γερμανία, για παράδειγμα, η ανεργία υποχώρησε από το 8,5% στο 4,6%, ενώ τον ίδιο καιρό στην Ελλάδα αυξήθηκε από το 8% στο 25%, στην Ισπανία από 8% στο 22% και στην Ιταλία από 6% στο 12%. Η συνήθης εξήγηση είναι ότι οι ρυθμίσεις σε ορισμένες αγορές εργασίας εμποδίζουν την προς τα κάτω προσαρμογή των μισθών. Οταν οι μισθοί δεν μειώνονται, τα αρνητικά σοκ στη ζήτηση οδηγούν σε απολύσεις. Οταν, αντιθέτως, μειώνονται οι μισθοί, οι αγορές εργασίας βρίσκουν νέα ισορροπία και η ανεργία επιστρέφει στα φυσιολογικά επίπεδα. Η προς τα κάτω προσαρμογή των μισθών είναι ιδιαιτέρως σημαντική για την Ευρωζώνη, καθώς οι χώρες της δεν μπορούν να απορροφήσουν τα σοκ με την υποτίμηση του νομίσματος ή με την εσωτερική μετανάστευση στην Ε.Ε. Δεν εκπλήττει, έτσι, ότι η απορρύθμιση της αγοράς εργασίας αποτελεί κεντρικό στοιχείο των μεταρρυθμιστικών προγραμμάτων στις περισσότερες χώρες που έχουν πληγεί από την πρόσφατη κρίση. Βέβαια, εκτός από τη δομή των αγορών εργασίας, υπάρχουν και πολλές άλλες διαφορές ανάμεσα στη Βόρεια και τη Νότια Ευρώπη που επηρεάζουν την ανεργία. Παρόμοια προβλήματα διαπιστώνονται και όταν συγκριθεί η απασχόληση σε διαφορετικούς κλάδους μέσα στην ίδια χώρα. Ο φυσικότερος τρόπος να γίνει μια τέτοια σύγκριση είναι να αντιδιαστείλουμε τη νόμιμη αγορά εργασίας με την αγορά ανασφάλιστης και αδήλωτης εργασίας, εν ολίγοις την παράνομη εργασία, καθώς είναι το πλησιέστερο ανάλογο μιας αγοράς εργασίας χωρίς ρυθμίσεις.

Από το 2001 και μετά το Ιδρυμα για τις Πρωτοβουλίες και Μελέτες των Πολυεθνικών Κοινωνιών (ISMU) εκπονεί έρευνες για τους μετανάστες που εργάζονται στην Ιταλία. Καλύπτει περίπου 4.000 εργαζομένους πλήρους απασχόλησης, 1/5 των οποίων εργάζονται ανασφάλιστοι σε αδήλωτες θέσεις εργασίας. Ετσι τα στοιχεία επαρκούν για να συγκρίνουμε πώς έχουν εξελιχθεί οι μισθοί στη νόμιμη αγορά εργασίας με τους μισθούς στην παράνομη εργασία, λαμβάνοντας υπόψη τα χαρακτηριστικά των νοικοκυριών, το είδος εργασίας, τις δεξιότητες και άλλα επιμέρους ατομικά χαρακτηριστικά (ηλικία, φύλλο, έτος άφιξης στην Ιταλία και χώρα προέλευσης).

Διαπιστώσαμε ότι διευρύνθηκε η διαφορά ανάμεσα στις αποδοχές της νόμιμης εργασίας και τις αποδοχές της παράνομης εργασίας. Οι αποδοχές της ανασφάλιστης και αδήλωτης εργασίας μειώθηκαν κατά περίπου 20% στο χρονικό διάστημα 2008-2013, ενώ οι μισθοί της νόμιμης εργασίας έμειναν ουσιαστικά ίδιοι. Πριν από την ύφεση, οι αποδοχές νόμιμης και παράνομης εργασίας κινούνταν παράλληλα, με διαφορά 15% υπέρ της νόμιμης απασχόλησης. Διαπιστώσαμε επίσης πως, πάντα την περίοδο 2008-2013, μειώθηκε η νόμιμη απασχόληση κατά 16%, ενώ δεν ισχύει το ίδιο στην παράνομη εργασία, που, αντιθέτως, αυξήθηκε κατά 1,6%. Τα ευρήματα συνάδουν με την επικρατούσα αντίληψη ότι η ακαμψία των μισθών στη νόμιμη αγορά εργασίας οδηγεί πολλούς εργαζομένους στην ανεργία ή στην ανασφάλιστη και αδήλωτη εργασία.

Παράλληλα, όμως, η απώλεια θέσεων εργασίας εξαιτίας της ακαμψίας των ρυθμίσεων επιβαρύνει περαιτέρω τα ήδη πιεσμένα από την ύφεση δημόσια οικονομικά. Ο λόγος είναι ότι μειώνονται οι φόροι της εργασίας ενώ αυξάνονται τα επιδόματα ανεργίας.

* Ο Sergei Guriev είναι οικονομολόγος στην Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης, καθηγητής Οικονομικών και συνεργάτης του κέντρου CEPR.
** Ο Biagio Speciale, συνεργάτης καθηγητής Οικονομικών στα Paris School of Economics, Universite Paris 1 Pantheon και στη Σορβόννη.
*** Ο Michele Tuccio, υποψήφιος διδάκτωρ Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Southampton.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ