ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Το δόγμα της λιτότητας αρχίζει να αμφισβητείται ανοικτά

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Μία σειρά από εξελίξεις στην Ευρωζώνη έχουν δημιουργήσει την αίσθηση ότι το δόγμα της λιτότητας, ακλόνητο μέχρι πριν από μερικούς μήνες, έχει αρχίσει να παραπαίει. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στα τέλη Ιουλίου απέφυγε να επιβάλει πρόστιμα στην Ισπανία και την Πορτογαλία για τη θεαματική αποτυχία τους να πετύχουν τους περυσινούς δημοσιονομικούς τους στόχους. Στην απόφαση αυτή, μάλιστα, όπως μεταδόθηκε, συνέβαλε ενεργά ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, χρησιμοποιώντας την επιρροή του για να αποτρέψει την εφαρμογή των κανόνων.

Τον Μάιο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έκανε αποδεκτή την αύξηση του στόχου για το φετινό έλλειμμα της Ιταλίας, στο 2,3% του ΑΕΠ – υπό τον όρο να ληφθούν επαρκή μέτρα ώστε να μειωθεί στο 1,8% το 2017. Ο πρωθυπουργός Ματέο Ρέντσι, όμως, που έχει μπροστά του ένα δύσκολο δημοψήφισμα για τις συνταγματικές μεταρρυθμίσεις πριν από το τέλος του έτους, θα θελήσει να χρησιμοποιήσει τον προϋπολογισμό του νέου έτους για να γλυκάνει τους ψηφοφόρους (η κυβέρνηση έχει ήδη ανακοινώσει ότι θα ξεπαγώσουν οι αυξήσεις στοn δημόσιο τομέα, θα δοθούν επιδόματα σε χαμηλοσυνταξιούχους, θα ενισχυθεί το επίδομα ανεργίας και θα μειωθεί η φορολογία των επιχειρήσεων).

«Ο Ρέντσι έχει σηματοδοτήσει ότι θα κάνει ό,τι χρειαστεί για να κερδίσει το δημοψήφισμα, το οποίο έχει προγραμματιστεί βολικά για μετά την ψήφιση του προϋπολογισμού», λέει στην «Κ» ο Γιάκομπ Κίρκεγκααρντ του Peterson Institute for International Economics στην Ουάσιγκτον. «Το Βερολίνο έχει δώσει εμμέσως τις ευλογίες του γι’ αυτό».

Η στροφή αυτή της γερμανικής κυβέρνησης δεν αφορά μόνο την ευρωπαϊκή πολιτική, αλλά και το εσωτερικό. Σύμφωνα με τον Κίρκεγκααρντ, συνδέεται με τις εκλογές που έρχονται σε έναν χρόνο στη Γερμανία και με την προσφυγική κρίση. Στις αρχές του μήνα, ο Σόιμπλε εισηγήθηκε άμεσες φοροαπαλλαγές ύψους 2 δισ. ευρώ και περαιτέρω μειώσεις ύψους 0,5% του ΑΕΠ μετά τις εκλογές.

«Καθώς η Μέρκελ δεν είναι διατεθειμένη να αλλάξει τη ρητορική της στο μεταναστευτικό, χρειάζεται κάτι για να κρατήσει χαρούμενο το CSU [το αδελφό κόμμα των Χριστιανοδημοκρατών στη Βαυαρία]», σημειώνει ο Δανός αναλυτής του PIIE. «Οι φοροαπαλλαγές τής επιτρέπουν να το κάνει αυτό, και εξουδετερώνουν το SPD στο μέτωπο αυτό στην προεκλογική εκστρατεία».

Η κυοφορούμενη αυτή αλλαγή, ωστόσο, προκαλεί προβληματισμό για τη μέθοδο με την οποία προωθείται. Αναλυτές ήδη μιλούν για επανάληψη του 2003-4, όταν η Γαλλία και η Γερμανία είχαν υπονομεύσει το

Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Δηλώσεις όπως αυτή του Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ, ότι δόθηκε στη Γαλλία παράταση για την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων «επειδή είναι η Γαλλία», αλλά και η μη επιβολή προστίμων στην Ισπανία και την Πορτογαλία, τροφοδοτούν μία εικόνα κανόνων που εφαρμόζονται επιλεκτικά, ανάλογα με την πολιτική συγκυρία ή την επιρροή του εκάστοτε κράτους-μέλους.

«Οι ευρωπαϊκοί δημοσιονομικοί κανόνες έχουν πολύ χαμηλή αξιοπιστία», παρατηρεί ο Ζολτ Νταρβάς του Ινστιτούτου Bruegel στις Βρυξέλλες, καθώς συνεχώς παραβιάζονται. Οπως αναφέρει ο Νταρβάς, θα ήταν προβληματική η επιβολή κυρώσεων σε χώρες με υπερβολικά ελλείμματα όταν δεν λαμβάνεται κανένα μέτρο κατά χωρών όπως η Γερμανία και η Ολλανδία, που παραβιάζουν συστηματικά τους κανόνες περί μακροοικονομικών ανισορροπιών με τα πλεονάσματα τρεχουσών συναλλαγών τους.  

«Δεν βλέπω στροφή προς μία πιο ευέλικτη δημοσιονομική πολιτική, απλώς δημιουργικές εξηγήσεις για τους λόγους που οι αποκλίσεις από τους οικονομικούς κανόνες δεν δικαιολογούν την επιβολή κυρώσεων», καταλήγει ο αναλυτής του Bruegel. Προτάσεις όπως αυτή του Μάριο Μόντι, για πιο ορθολογικούς κανόνες (π.χ. που να εξαιρούν τις δημόσιες επενδύσεις από τον υπολογισμό του ελλείμματος), που όμως θα εφαρμόζονται με ελάχιστα περιθώρια ευελιξίας, δεν μοιάζουν να κερδίζουν έδαφος.

Ούτε αναμένονται ραγδαίες εξελίξεις σχετικά με την αναζήτηση ενός μηχανισμού αναδιάρθρωσης χρεών στην Ευρωζώνη, όπου υπήρξε κινητικότητα μέσα στο καλοκαίρι από γερμανικής πλευράς (προτάσεις του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων και της Bundesbank). Κι εδώ θα είναι κρίσιμη η στάση της Ιταλίας, που έχει τον υψηλότερο δείκτη χρέους προς ΑΕΠ στην Ευρωζώνη μετά την Ελλάδα: τόσο η Bundesbank όσο και οι «σοφοί» της γερμανικής οικονομίας θεωρούν ότι η αποτροπή μελλοντικών κρίσεων χρέους προϋποθέτει την κατάργηση της προνομιακής μεταχείρισης των κρατικών ομολόγων από τις τράπεζες (ως μηδενικού κινδύνου). Η ιταλική κυβέρνηση, ωστόσο, εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό για τη χρηματοδότησή της από το εγχώριο τραπεζικό σύστημα και δεν επιθυμεί να μπει κανένα εμπόδιο στη διαιώνιση της αγαστής αυτής συνεργασίας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ