ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Το «παζάρι» ρίχνει έως 20% τις τιμές που ζητούν οι ιδιοκτήτες ακινήτων

ΝΙΚΟΣ ΡΟΥΣΑΝΟΓΛΟΥ

Οι πραγματικές τιμές στις οποίες πραγματοποιούνται οι λιγοστές συναλλαγές στην αγορά ακινήτων σήμερα απέχουν σημαντικά από τις τιμές των αγγελιών.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Απόκλιση της τάξεως του 20% κατά μέσον όρο καταγράφεται μεταξύ των ζητούμενων τιμών των ακινήτων και εκείνων στις οποίες εν τέλει πραγματοποιούνται πράξεις, καθώς οι πωλητές –τουλάχιστον εκείνοι που έχουν πραγματική ανάγκη να βρουν αγοραστή – υποχρεώνονται να συμβιβαστούν με τη μείωση των αρχικών απαιτήσεών τους. Εν ολίγοις, οι πραγματικές τιμές στις οποίες πραγματοποιούνται οι λιγοστές συναλλαγές στην αγορά ακινήτων σήμερα απέχουν σημαντικά από τις τιμές των αγγελιών, ακόμα κι αν αυτές κρίνονται ρεαλιστικές και ενσωματώνουν την πτώση των αξιών των τελευταίων επτά ετών.

Σύμφωνα με τον κ. Μπάμπη Χαραλαμπόπουλο, σύμβουλο της εταιρείας εκτιμήσεων Solum Property Solutions, η ζήτηση στην αγορά κατοικίας αφορά κυρίως διαμερίσματα μικρής επιφάνειας σε περιοχές με σχετικά χαμηλές αντικειμενικές αξίες, ώστε να είναι χαμηλό το κόστος κατοχής. Παράλληλα, από την αγορά του εξωτερικού, το ενδιαφέρον αφορά εξοχικές κατοικίες σε παραθαλάσσιες περιοχές, με καλές προσβάσεις και χαμηλό αντίτιμο. Στο επίκεντρο βρίσκονται περιοχές όπως η Ρόδος, η Κρήτη, η Μύκονος και η Σαντορίνη, αλλά και η Χαλκιδική. Μάλιστα, στην περίπτωση της τελευταίας, είναι συχνό το φαινόμενο της απόκτησης παλιών κατοικιών (π.χ. 30 - 40 ετών) από Βαλκάνιους αγοραστές σε πολύ χαμηλές τιμές. Οι θεσμικοί επενδυτές κινούνται περισσότερο προς υψηλής ποιότητας και με μεγάλες πληρότητες ξενοδοχειακές μονάδες σε περιοχές όπως η Μύκονος, η Σαντορίνη και η Ρόδος.

Πάντως, σύμφωνα με τον κ. Χαραλαμπόπουλο, οι προσδοκίες των πωλητών εξακολουθούν να μην είναι ευθυγραμμισμένες με εκείνες των αγοραστών, οι οποίοι έχουν πλέον τη μεγαλύτερη διαπραγματευτική δύναμη και επιδιώκουν να εξασφαλίσουν όσο το δυνατόν χαμηλότερο τίμημα. Αλλωστε, η απουσία τραπεζικής χρηματοδότησης σημαίνει ότι η πλειονότητα των πράξεων γίνεται με μετρητά, γεγονός που είναι ένας ακόμα λόγος που ωθεί τους αγοραστές στο να διαπραγματευτούν χαμηλότερο τίμημα. Παράλληλα, ακόμα κι όσοι έχουν τη δυνατότητα λήψης στεγαστικού δανείου, έστω με το μειωμένο ποσοστό χρηματοδότησης που προσφέρουν αυτήν την περίοδο οι τράπεζες, προτιμούν να αποφύγουν τη συναλλαγή με την τράπεζα, φοβούμενοι για τη μελλοντική δυνατότητα αποπληρωμής του δανείου τους, π.χ. σε ενδεχόμενο ανεργίας.

Το ζήτημα που προκύπτει, βέβαια, είναι ότι με τον τρόπο αυτό καθίσταται ακόμα πιο δύσκολη η ακριβής προσέγγιση του επιπέδου των τιμών που ισχύουν στην αγορά, στοιχείο κρίσιμο ενόψει της νέας αλλαγής των αντικειμενικών αξιών, προκειμένου αυτές να ευθυγραμμιστούν με τις εμπορικές τιμές. Οπως αναφέρουν άνθρωποι με γνώση των συζητήσεων που γίνονται τους τελευταίους μήνες στην επιτροπή που έχει συσταθεί για τον καθορισμό των νέων αντικειμενικών τιμών, αν ληφθούν υπόψη μόνο οι ζητούμενες τιμές πώλησης, τότε και πάλι θα υπάρξει σημαντική απόκλιση με τις πραγματικές τιμές στις οποίες εν τέλει γίνονται πράξεις.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ