ΣΠΥΡΟΣ ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΣ*

Σύνταγμα, άδειες και δημόσιο συμφέρον

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ο​​ρισμένες φορές για να κρίνει κάποιος ένα νόμο, θα πρέπει να τον έχει δει να εφαρμόζεται. Μόνο τότε έχει όλα τα δεδομένα μπροστά του και μπορεί να αξιολογήσει το νομοθετικό κείμενο. Βέβαια, στην περίπτωση της αδειοδότησης των τηλεοπτικών σταθμών τέθηκαν σοβαρά συνταγματικά ζητήματα ευθύς εξαρχής, με πρώτο απ’ όλα το ζήτημα της αρμοδιότητας: Σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος, η διαδικασία αδειοδότησης ανήκει στο Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης και όχι σε διαγωνιστικές επιτροπές εκτός αυτού. Αυτό άλλωστε αποφάνθηκε σε δύο πρόσφατες αποφάσεις της η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας: «Η χορήγηση των αδειών… ανατίθεται σε ανεξάρτητη αρχή, το Eθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης» (ΣτΕ 1901/2014, 3914/2015). Προβληματικό ήταν από την αρχή και το θέμα του αριθμού των αδειών. Oχι μόνο γιατί ο αριθμός των τεσσάρων αδειών επικρίθηκε ως υπερβολικά μικρός και όχι μόνο γιατί θα έπρεπε να προηγηθεί ένας συνολικός σχεδιασμός για τον μέγιστο δυνατό αριθμό εθνικών, περιφερειακών και θεματικών σταθμών.

Εξίσου σημαντικό ήταν και ότι ο αριθμός αυτός καθορίστηκε από τον νομοθέτη, την πολιτική δηλαδή εξουσία,  και  όχι  από  το  Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης ή την Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών  κατόπιν  εμπεριστατωμένης επιστημονικής έρευνας.

Ας έρθουμε τώρα στα ζητήματα που ανέκυψαν με την ψήφιση και την εφαρμογή του νόμου. Η κοινή γνώμη είδε μια πρωτόγνωρη πλειοδοτική διαδικασία, όπου όποιος πρόσφερε τα περισσότερα χρήματα ανακηρυσσόταν και προσωρινός μειοδότης. Εδώ εντοπίζεται ένα σημαντικό πρόβλημα, το οποίο είναι και συνταγματικό. Γιατί, κατά το Σύνταγμά μας, η ραδιοτηλεόραση δεν μπορεί να εξισωθεί με μια οποιαδήποτε επιχειρηματική δραστηριότητα. Το άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος κάνει λόγο, μεταξύ άλλων, για «ποιοτική στάθμη των προγραμμάτων», «κοινωνική αποστολή… της τηλεόρασης» και «πολιτιστική ανάπτυξη της χώρας». Συνεπώς και πέρα από τις γενικές ρυθμίσεις για το περιεχόμενο του εκπεμπόμενου προγράμματος, θα έπρεπε να οριστούν και ποιοτικά κριτήρια στη διαγωνιστική διαδικασία για τη χορήγηση των αδειών. Η τηλεόραση δεν μπορεί να είναι μόνο χρήματα.

Τις τελευταίες ημέρες αναδείχθηκε και το ζήτημα του «πόθεν έσχες» των υπερθεματιστών. Ο έλεγχος αυτός θα έπρεπε να προηγείται της διαγωνιστικής διαδικασίας και όχι να έπεται αυτής. Γιατί εάν υποθέσουμε ότι στον έλεγχο αυτό «κόβεται» κάποιος πλειοδότης, αυτό σημαίνει ότι συμμετείχε στη διαγωνιστική διαδικασία χωρίς να το δικαιούται. Το αποτέλεσμα όμως θα μπορούσε να ήταν εντελώς διαφορετικό χωρίς τη συμμετοχή του, με αποτέλεσμα να πλήττονται η αξιοπιστία και η φερεγγυότητα του διαγωνισμού.

Σε όλα τα παραπάνω θα μπορούσαν να προβληθούν δύο αντεπιχειρήματα: Πρώτον, όπως πολλές φορές έχει τονιστεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας, αντίκειται στο Σύνταγμα η επ’ αόριστον ανοχή της λειτουργίας τηλεοπτικών σταθμών που ιδρύθηκαν και λειτούργησαν παρανόμως επί πολλά χρόνια, χρησιμοποιώντας το δημόσιο αγαθό των τηλεοπτικών σταθμών. Ωστόσο, το αντεπιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό, γιατί σε ένα κράτος δικαίου καμία συνταγματική παραβίαση δεν θεραπεύεται με άλλη παραβίαση του Συντάγματος.

Και έρχομαι στο δεύτερο συναφές αντεπιχείρημα: Μήπως στο όνομα του δημοσίου συμφέροντος (υπό την έννοια της τάξης στο τηλεοπτικό τοπίο) πρέπει να σταματήσουμε να είμαστε «τυπολάτρες» και να «συγχωρέσουμε» κάποιες αποκλίσεις από την αρχή της νομιμότητας; Ούτε όμως και αυτό το αντεπιχείρημα ευσταθεί. Ανεξάρτητα από το κατά πόσο ο περιορισμός του αριθμού των τηλεοπτικών σταθμών μπορεί να θεωρηθεί ότι εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, η απάντηση είναι μία και την έχει δώσει το Συμβούλιο της Επικρατείας, με μια εμβληματική διατύπωση και μάλιστα σε υπόθεση που αφορούσε ραδιοφωνικούς σταθμούς: Στο δικαιοκρατικό σύστημα που κατοχυρώνει το Σύνταγμα, το δημόσιο συμφέρον υπηρετείται όπως ορίζει η έννομη τάξη και προεχόντως το Σύνταγμα (ΕΑ ΣτΕ 143/2001).

*Καθηγητής Δημοσίου Δικαίου Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ