Αθανάσιος Έλλις ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΕΛΛΙΣ

Η Κύπρος, θυσία στον Ερντογάν;

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Π​​αρά τις προσπάθειες της διεθνούς κοινότητας να εκπέμψει ένα μήνυμα υπεραισιοδοξίας για επικείμενη λύση του Κυπριακού, τις τελευταίες ημέρες και μετά τις επαφές που πραγματοποιήθηκαν στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ αναπτύσσεται στους κόλπους της ελληνοκυπριακής πλευράς έντονος προβληματισμός, καθώς δέχεται υπερβολικές πιέσεις στο πλαίσιο μιας μάλλον ετεροβαρούς προσέγγισης. Ο πρόεδρος Αναστασιάδης τόνισε δημοσίως ότι πέρα από την υπαρκτή πρόοδο που όντως έχει σημειωθεί, παρατηρείται σε πολλά θέματα στασιμότητα και διεμήνυσε πως αν δεν λυθούν με δίκαιο και ισορροπημένο τρόπο οι εναπομείνασες διαφορές, δεν πρόκειται να υπάρξει λύση που θα γίνει αποδεκτή από την ελληνοκυπριακή πλευρά. Υπογράμμισε ότι ο ίδιος με τη μέχρι τώρα στάση του έχει αποδείξει ότι έχει το θάρρος, την τόλμη και την αποφασιστικότητα να πάρει δύσκολες αποφάσεις. Αυτό είναι αλήθεια. Δεν αποτελεί ρητορική υπερβολή. Και το γνωρίζει η διεθνής κοινότητα. Το 2004 ο κ. Αναστασιάδης είχε υποστηρίξει το σχέδιο Ανάν, κόντρα στη συντριπτική πλειοψηφία των Ελληνοκυπρίων.

Σε συζήτηση που είχε ο γράφων στην Αγκυρα με τον Αχμέτ Νταβούτογλου, την άνοιξη του 2013, λίγο μετά την εκλογή Αναστασιάδη στην προεδρία, ο τότε υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας είχε αναγνωρίσει τη θαρραλέα στάση που είχε τηρήσει ο κ. Αναστασιάδης και υπό αυτό το πρίσμα είχε εκφράσει την ελπίδα ότι αυτή τη φορά θα λυθεί το Κυπριακό.

Αυτός, λοιπόν, ο Αναστασιάδης που υποστήριξε το σχέδιο Ανάν καλεί τώρα τη διεθνή κοινότητα –κατά κύριο λόγο την Ουάσιγκτον που διαδραματίζει τον καθοριστικό μεσολαβητικό ρόλο– να μην επιχειρήσει να χρησιμοποιήσει το Κυπριακό για να εξυπηρετήσει ευρύτερα συμφέροντά της. Η αίσθηση που δημιουργήθηκε τις προηγούμενες ημέρες στον ΟΗΕ είναι ότι η αμερικανική εξωτερική πολιτική τείνει να βρεθεί όμηρος της υπόθεσης Γκιουλέν από τη μια πλευρά και των προτεραιοτήτων της στη Συρία από την άλλη. Και για να μη συγκρουσθούν με τον Ταγίπ Ερντογάν σε ένα ακόμη ζήτημα, οι Αμερικανοί ίσως –αυτό μένει να φανεί– είναι διατεθειμένοι να θυσιάσουν την Κύπρο. Να προσφέρουν, δηλαδή, στον Τούρκο πρόεδρο μια λύση που να μην περιλαμβάνει εκ μέρους του παραχωρήσεις ώστε να μην «εκτεθεί» έναντι κεμαλιστών και εθνικιστών που θα τον επικρίνουν ότι αφήνει «απροστάτευτη» την Κύπρο. Μήπως, όμως, θα έπρεπε οι ΗΠΑ να προσεγγίσουν την όλη εξίσωση αντιστρόφως; Τη στιγμή που ο Τούρκος πρόεδρος έχει ανοίξει τόσα μέτωπα –με τις ΗΠΑ λόγω Γκιουλέν και αμερικανικής υποστήριξης στους Κούρδους αντάρτες και με την Ε.Ε. λόγω προσφυγικού και μη κατάργησης της βίζας– έχει την πολυτέλεια να διατηρεί ανοικτό και το «μέτωπο» της Κύπρου, επιμένοντας σε ένα μη λειτουργικό και απαράδεκτο για ευρωπαϊκό κράτος καθεστώς;

Και χωρίς να παραγνωρίζεται ο ρόλος της Τουρκίας, η Ουάσιγκτον δεν μπορεί να μην αντιλαμβάνεται ότι η «μικρή Κύπρος», μέσα από τις συνεργασίες με Ελλάδα, Ισραήλ και Αίγυπτο, θα μπορούσε δυνητικά να αποτελέσει «μεγάλο σύμμαχο» στην Αν. Μεσόγειο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ