Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Ο λόγος της σάρκας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η ​​επίσημη ονομασία είναι δημόσιο θέρετρο «Λα Λαντέρνα», αλλά όλοι στην Τεργέστη το αποκαλούν απλά «Ελ Πεντοτσίν», μια δημόσια παραλία στην καρδιά της πόλης, που ακόμα χωρίζεται στα δύο από έναν τοίχο. Στη μία πλευρά είναι οι άντρες και στην άλλη οι γυναίκες. «Η τελευταία παραλία» είναι το ντοκιμαντέρ που αφιέρωσαν οι σκηνοθέτες Θάνος Αναστόπουλος και Νταβίντε Ντελ Ντέγκαν σε αυτό το μοναδικό μέρος και στους θαμώνες του (προβλήθηκε ήδη στο Φεστιβάλ Καννών, στις «Νύχτες πρεμιέρας» και βγαίνει στις αίθουσες στις 6 Οκτωβρίου).

Η πλειονότητα των λουομένων είναι μιας κάποιας ηλικίας. Συνταξιούχοι, ηλικιωμένοι, αλλά όχι απόμαχοι. Κάθε άλλο. Διεκδικούν συντροφικότητα, συνύπαρξη, την καθημερινότητα μιας κωδικοποιημένης σχεδόν συνομιλίας για μερικούς μήνες τον χρόνο. Τα σώματα αποκαλύπτονται κάτω από το φως της ημέρας κουρασμένα, φθαρμένα αλλά όχι παραιτημένα. Μια γυμνότητα ευπρόσδεκτη· δεν προβάλλεται, «είναι». Σώματα που «διηγούνται» ιστορίες. Δεν κρύβονται ούτε από τον χρόνο ούτε από τον φακό. Φέρουν την ηλικία τους με χιούμορ, με υπονοούμενα, με χάρη, με ελαφρότητα, με αναπόληση, με φυσικότητα. Δεν αντιμάχονται τις πολλές δεκαετίες ζωής, τις υποδέχονται, τις γλεντούν. Η μοναξιά τους δίπλα και μέσα στη θάλασσα, σε αυτήν την «τελευταία παραλία», είναι πιο υποφερτή.

Το φετινό καλοκαίρι παρουσιάστηκε στην Επίδαυρο και στο Ηρώδειο, από το Εθνικό Θέατρο, η «Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη, σε σκηνοθεσία του Μιχαήλ Μαρμαρινού και μετάφραση του Δημήτρη Δημητριάδη.

Ολες οι γυναίκες εμφανίζονται γυμνές ή σχεδόν γυμνές. Δυόμισι ώρες επί σκηνής, σώματα νεανικά, τέλεια ή ατελή, λίγη έχει σημασία, αναδίνουν μια συγκινητική φυσικότητα. Μια γυμνότητα ευπρόσδεκτη, κι εδώ· δεν προβάλλεται, «είναι». Με τη «Λυσιστράτη», γράφει ο Δ. Δημητριάδης, ο Αριστοφάνης «βρίσκει τον τρόπο να ανακτήσει η γλώσσα τη σχολιαστική της διάσταση, την ικανότητά της να κρίνει και να ονομάζει τα πράγματα, να τα εκθέτει και να τα καταγγέλλει, να μιλάει για το πραγματικό χωρίς να αναστέλλεται απ’ αυτό, να το αντιμετωπίζει με ευφάνταστη και ποιητική παρρησία, να δείχνει με το δάχτυλο πρόσωπα και πράγματα με την αποκαλυπτική παρέμβαση της τόλμης και της οξύνοιας, άρα η γλώσσα να ξαναβρίσκει τη γλώσσα». Μήπως και το σώμα να ξαναβρίσκει το σώμα; Αποκαλυπτικά, τολμηρά και με ποιητική παρρησία;

Με έναν αναπάντεχο τρόπο, μέσα από διαδρομές που μόνο η τέχνη ορίζει και το βλέμμα του θεατή συνδέει, η ρεαλιστική αποτύπωση ενός ντοκιμαντέρ και η απρόβλεπτη προσέγγιση ενός αριστοφανικού έργου μάς φέρνουν αντιμέτωπους με το απροκάλυπτα γυμνό, σώμα και γλώσσα.

«Η τελευταία παραλία» διασχίζει τον χρόνο ανέπαφη εδώ και ενάμιση περίπου αιώνα, από την εποχή της Αυστροουγγαρίας. Αποκομμένη λες, μετέωρη, απρόσβλητη από την «επικαιρότητα» (αν και το νέο κύμα μετανάστευσης είναι ορατό), διευρύνει και συγχέει σύνορα, ενώνει και χωρίζει, αναμειγνύει εθνικότητες... Οσοι την επισκέπτονται νιώθουν συγγενείς και ελεύθεροι. Είναι μοναχικοί αλλά χωρίς να δραματοποιούν τίποτα, ούτε τον θάνατο. «Κι αυτός; Πέθανε; Κι αυτός;». Ο κατάλογος μακραίνει καθημερινά, η αναφορά είναι λιτή, μοιάζει με σύντομο χαιρετισμό πριν από το κυρίως θέμα. Η ματαιότητα είναι ορατή κι αυτό οδηγεί σε υπέρβαση της πραγματικότητας. Τα ηλικιωμένα σώματα ορίζουν τον «διάλογο»· για την ακρίβεια, τον προσδιορίζουν.

Στη «Λυσιστράτη» κερδίζεται ο αγών «ανάμεσα στην Ιστορία και στην Ποίηση με νικήτρια τη δεύτερη». Συμβάλλουν δραστικά, κι εδώ, τα σώματα. Δίπλα στις γυναίκες του Λυσιστράτιου χορού και «στρατού», ο χορός των γερόντων της πόλης των Αθηνών. Κρουστή σάρκα από τη μια, μαραμένη από την άλλη; Το ερώτημα είναι εκτός θέματος. Ανευ σημασίας. Η εικόνα «αναλύεται» σε λόγο και σώμα και ανασυντίθεται την ίδια στιγμή σε παρουσία. Πλήρη και συμπαγή. Θα έλεγες ευάλωτη και εύθραυστη έτσι όπως είναι εκτεθειμένη. Κι όμως δεν είναι. Καλυμμένη από αμεσότητα και ειλικρίνεια, παροπλίζει και συμφιλιώνει.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ