ΜΟΥΣΙΚΗ

Μιάμιση συναυλία σε δύο βραδιές

ΝΙΚΟΣ Α. ΔΟΝΤΑΣ

Το σύνολο «Κύκλος»

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

Ανεξήγητες επικαλύψεις είχαν οι δύο συναυλίες του συνόλου «Κύκλος» στο Φεστιβάλ Αθηνών (αίθουσα «Δημήτρης Μητρόπουλος», 25 και 26 Ιουλίου). Δύο από τα τρία έργα κάθε βραδιάς ήταν κοινά, ενώ επιπλέον όλες οι συνθέσεις παρουσιάστηκαν σε μεταγραφές.

Ετσι, οι «Μεταμορφώσεις», έργο του Ρίχαρντ Στράους για 23 έγχορδα, δόθηκαν σε μεταγραφή του Ρούντολφ Λέοπολντ για σεπτέτο εγχόρδων. Διηύθυνε ο Γιώργος Πέτρου, που ενέτεινε τη θεατρικότητα της μουσικής και απέφυγε την υπερβολικά νοσταλγική, γλυκερή διάθεση, στην οποία εύκολα οδηγούνται ερμηνείες έργων του Στράους, κυρίως λόγω του τρόπου γραφής για τα έγχορδα.

Ακολούθησαν τα «Εξι κομμάτια για ορχήστρα», έργο 6 του Βέμπερν, γραμμένα για μεγάλη ορχήστρα. Σημαντικό μέρος της γοητείας τους βασίζεται στα ηχοχρώματα και στον συνδυασμό τους. Ετσι, στην ερμηνεία του «Κύκλος», το οποίο το απέδωσε σε εκδοχή για μικρό σύνολο, είχε σημασία ότι, εκτός από τα θαυμάσια έγχορδα, όμποε έπαιζε ο Δημήτρης Βάμβας, κλαρινέτο ο Σπύρος Μουρίκης, ενώ στα κρουστά ήταν ο Δημήτρης Δεσύλλας. Οι ήχοι συναντιόνταν σε απρόσμενες περιοχές της έκτασής τους. Οσο κι αν ορισμένες φορές η αίθουσα «Μητρόπουλος» έμοιαζε μικρή για να τους υποδεχθεί, το αποτέλεσμα ήταν εντυπωσιακό.

Στις 25 Ιουλίου η υψίφωνος Λένια Ζαφειροπούλου ερμήνευσε τα «Τραγούδια του οδοιπόρου» του Μάλερ, που αποδόθηκαν σε μεταγραφή Εμπερχαρντ Κλόκε. Το ηχόχρωμα της φωνής και η αισθητική τραγουδιού της Ζαφειροπούλου ταιριάζουν στον κόσμο των συγκεκριμένων τραγουδιών, όπου η πραγματικότητα συναντά το όνειρο, καθώς ο «οδοιπόρος» αναπολεί τραυματικά τον άτυχο έρωτά του περιδιαβαίνοντας τον κόσμο. Η έκφραση αναδύθηκε πρωτίστως μέσα από την πλαστικότητα με την οποία διαμορφωνόταν η μελωδική γραμμή. Ωστόσο, παρά την καλή προφορά της τραγουδίστριας στα γερμανικά, η καθαρή άρθρωση έμεινε σε δεύτερο επίπεδο.

Το επόμενο βράδυ ακούστηκαν τα «Τραγούδια για τα νεκρά παιδιά», επίσης σε μεταγραφή Κλόκε. Στη μικρή αίθουσα «Μητρόπουλος», ο τρόπος που επιλέγει ο Κλόκε να χειριστεί πνευστά, όπως το κλαρινέτο στο τρίτο τραγούδι, λειτουργούσε ανταγωνιστικά προς τη φωνή, με αποτέλεσμα η ηχηρή αλλά μαλακή φωνή του βαρύτονου Δημήτρη Τηλιακού να μην διακρίνεται πάντοτε με σαφήνεια. Εκλεπτύνσεις στα όρια των μανιερισμών προσέθεσαν θεατρικότητα, εκεί που μεγαλύτερη λιτότητα ίσως ερχόταν πιο κοντά στο συναίσθημα των συγκεκριμένων τραγουδιών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ