ΒΙΒΛΙΟ

Το πρώτο του διήγημα

ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ο Κύριος Γκρι

Σ​​τη σημερινή φωτογραφία εικονίζεται ο πεζογράφος (και πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών) Θανάσης Βαλτινός. Είναι τραβηγμένη το 1954-55. Ο Βαλτινός, στα είκοσι τρία του, έφεδρος ανθυπολοχαγός των ΛΟΚ, κάπου στη Μακεδονία.

Τη φωτογραφία μού είχε εμπιστευθεί ο ίδιος ο συγγραφέας για μια συνέντευξη στο περιοδικό «Διαβάζω», επί διευθύνσεως του πρόωρα χαμένου Ηρακλή Παπαλέξη (Φεβρουάριος 2002, τεύχος 426). Ο κύριος Γκρι μου θύμισε την εν λόγω συνομιλία, αφού διάβασε ένα διήγημα του Βαλτινού στο δραμινό πολιτιστικό περιοδικό «Δίοδος» (Φεβρουάριος 2016, τεύχος 9). Το έντυπο έπεσε στα χέρια μου στη Δράμα· ο καλός πεζογράφος Βασίλης Τσιαμπούσης είχε την καλοσύνη να μου χαρίσει τα δύο τελευταία τεύχη, γνωρίζοντας ίσως την αδυναμία μου στο βαλτινικό έργο.

Δεν πρόλαβα να διαβάσω το διήγημα στη Δράμα, με το που επέστρεψα όμως, το «βούτηξε» ο κύριος Γκρι. Σύντομα έλαβα το αναπόφευκτο μέιλ: «Πρόκειται για πολεμική αφήγηση», ξεκίνησε το μήνυμά του. «Απόσπασμα στρατιωτών, την άνοιξη του 1941, αρνείται να παραδώσει τα όπλα και συνεχίζει να πολεμά τους Γερμανούς. Η γλώσσα, αυτό το αδαμαντωρυχείο του Βαλτινού: “Βρήκε τον Πρωτοπαππά πεσμένον ανάμεσα σε δύο πέτρες. Κοντά του ένας μικρός σωρός άδειοι κάλυκες κράταγαν ακόμα τη νυχτερινή δροσιά. Η ίδια δροσιά τού είχε υγράνει τα μαλλιά, ενώ τα μάτια του ήταν πηγμένα σαν να τα ’χε πλήξει μια αδυσώπητη θέα”. Πόσο ποιητικό και ευθύβολο: τα μάτια του νεκρού “πηγμένα”, κοιτούν ακόμη τη στιγμή του θανάτου ή ακόμη και αυτό που έπεται του θανάτου: “μια αδυσώπητη θέα”. Κι ωστόσο», συνέχισε ο κύριος Γκρι, «σα να κλώτσαγε εδώ κι εκεί το κείμενο· για πρώτη φορά φλυαρούσε –ποιος! Ο Βαλτινός–, σα να περίσσευαν τα λόγια σε κάποια σημεία. Ενα μυστήριο».

Το μυστήριο λύθηκε πολύ γρήγορα, με το πέρας της ανάγνωσης, προσθέτοντας όμως μιαν ακόμη αίσθηση μικρού, καθημερινού θαύματος, με την επεξηγηματική σημείωση του Βασίλη Τσιαμπούση στη βάση της σελίδας: «Το παραπάνω κείμενο γράφτηκε από τον Θανάση Βαλτινό το 1954, όταν υπηρετούσε έφεδρος αξιωματικός στην 5η Μοίρα Καταδρομών της Δράμας. Είναι το πρώτο διήγημα που έγραψε ποτέ. Την ύπαρξή του φανέρωσε ο συγγραφέας το 2012, όταν ήλθε στη Δράμα προσκαλεσμένος του Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους για την παρουσίαση του βιβλίου του «Ανάπλους» και, επί τη ευκαιρία, επισκεφθήκαμε το Στρατόπεδο Παπαργύρη, που είναι μέχρι σήμερα η έδρα της 5ης Μοίρας. Το διήγημα μού αποστάλθηκε την ίδια χρονιά, ως ευχαριστήριο για τη φιλοξενία που του προσφέραμε, με την παράκληση να μη δημοσιευθεί».

Ευτυχώς που ο συγγραφέας κάμφθηκε και δέχθηκε να δημοσιευθεί. Οι όποιες νεανικές αδεξιότητες έχουν την τρυφεράδα τους· χώρια που το διήγημα προαναγγέλλει τον κατοπινό σπουδαίο συγγραφέα: «Μιαν άλλη φορά από κει πάνω ο Γρηγορίου είχε νιώσει την αύρα της θάλασσας και είχε νομίσει πως, αν έκανε μια δρασκελιά, θα την ακούμπαγε με τη φτέρνα του. Τώρα έβλεπε πως ήταν μίλια μακριά, πως υπήρχε μια απέραντη απόσταση ανάμεσα σ’ αυτόν και τη θάλασσα ή σ’ ό,τι αντιπροσώπευε η ανάμνησή της».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ