Θοδωρής Γεωργακόπουλος ΘΟΔΩΡΗΣ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Εξαιρέσεις επιβεβαιώνουν την απελπισία...

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Την περασμένη Δευτέρα το αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος της Αθήνας κέρδισε το βραβείο καλύτερου αεροδρομίου του κόσμου στην κατηγορία του, στα World Routes Marketing Awards 2016, τα σημαντικότερα βραβεία του κλάδου. Υποψήφιοι στην κατηγορία, η οποία περιλαμβάνει όλα τα αεροδρόμια με 4-20 εκ. επιβάτες το χρόνο, ήταν ακόμα τα αεροδρόμια του Όκλαντ της Νέας Ζηλανδίας, του Κάλγκαρι στον Καναδά, του Κέιπ Τάουν στη Νότια Αφρική και του Μακτάν στις Φιλιππίνες. Το δικό μας, όπως είχα την ευκαιρία να διαπιστώσω στο παγκόσμιο συνέδριο που διοργανώθηκε εκείνες τις ημέρες στην πόλη Τσενγκντού της Κίνας, θεωρείται από “την αγορά” ένα θαυμάσιο αεροδρόμιο, εξαιρετικά σύγχρονο και αποτελεσματικό, ανάμεσα στα καλύτερα του κόσμου, και ίσως το καλύτερο στο μέγεθός του.

Να τώρα κάτι που ίσως να μην γνωρίζετε: Το Ελευθέριος Βενιζέλος ανήκει κατά 55% στο ελληνικό Δημόσιο. Είναι κανονική εταιρεία με μετοχική σύνθεση, και κύριος μέτοχος είναι το ελληνικό κράτος. Δημόσιο. Όπως οι εφορίες. Όπως ο ΕΟΠΠΥ.

Και δεν είναι μόνο το αεροδρόμιο η εξαίρεση. 16 χρόνια περιμένουμε να αρχίσει το μετρό της Αθήνας να μοιάζει όπως θα περίμενε κανείς σε μια χώρα σαν τη δικιά μας, βρώμικο, βανδαλισμένο και παραμελημένο δηλαδή, κι αυτό τίποτε. Πεντακάθαρο, σχετικά αξιόπιστο και γρήγορο παραμένει. Γιατί είναι έτσι το Μετρό και δεν είναι έτσι ο ΟΣΕ; Ποια είναι η διαφορά; Γιατί το Αεροδρόμιο αποδίδει 1 δισ. στο κράτος (σε φόρους και μερίσματα) από την αρχή της λειτουργίας του, και η Ελληνική Βιομηχανία Ζάχαρης παραμένει ένα ζημιογόνο ανέκδοτο;

Δεν υπάρχει μόνο μία απάντηση στο ερώτημα, βεβαίως, καθώς κάθε περίπτωση είναι διαφορετική. Το θέμα του ποια κρατικά εταιρικά μορφώματα -αλλά και άλλες επενδύσεις στις οποίες εμπλέκεται το κράτος με οποιονδήποτε τρόπο- μπορούν να είναι βιώσιμα και ποια όχι είναι μεγάλο και περίπλοκο. Αλλά υπάρχει ένα βασικό συμπέρασμα που μπορεί να βγει από αυτές τις παράδοξες ιστορίες επιτυχίας της “κρατικής” επιχειρηματικότητας, το οποίο προκύπτει από την κύρια πηγή της κάθε τέτοιας επιτυχίας: Τη σύμβαση.

Ο βασικός λόγος που συγκεκριμένα μεγάλα κρατικά επενδυτικά projects έχουν λειτουργήσει αποτελεσματικά για μεγάλο χρονικό διάστημα, είναι οι βασικοί, πολυάριθμοι και αυστηροί όροι που είχαν προβλεφθεί στις αρχικές τους συμβάσεις. Σε κάποιες περιπτώσεις πρόκειται για έργα που έγιναν με συμμετοχή φορέων όπως η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και ιδιώτες επενδυτές, και οι όροι των συμβάσεων που επέβαλλαν αυτοί και έκαναν τη διαφορά και δημιούργησαν το μετρό, το αεροδρόμιο και το Ρίο-Αντίρριο, ήταν ακριβώς αυτοί που περιόριζαν τη δυνατότητα του κράτους να κάνει αυτό που κάνει σε όλες τις άλλες δραστηριότητές του: Να τα κάνει όλα μπάχαλο. Το κράτος τους όρους αυτούς τους δέχεται κατά κανόνα είτε με την επέμβαση φωτεινών εξαιρέσεων της δημόσιας διοίκησης και των κυβερνήσεων, είτε διεκδικώντας περιορισμένες δυνατότητες να κάνει το μόνο που ξέρει και μπορεί (να διορίζει). Παρ’ όλες αυτές τις εξαιρέσεις, κατά κανόνα οι συμβάσεις αυτές είναι ασφυκτικές, και περιορίζουν την τοξική επίδραση του κράτους στο ελάχιστο. Αυτό ισχύει και σε περιπτώσεις που το τελικό μόρφωμα δεν είναι “κρατικό”. Στη σύμβαση του ελληνικού δημοσίου με την COSCO για την παραχώρηση του ΟΛΠ, για παράδειγμα, υπάρχει η πρόβλεψη ότι αν η εταιρεία υποβάλει αναπτυξιακό πρόγραμμα σε οποιοδήποτε φορέα του ελληνικού Δημοσίου, αυτός είναι υποχρεωμένος να απαντήσει μέσα σε 90 ημέρες, κι αν δεν το κάνει, το πρόγραμμα εγκρίνεται αυτομάτως.

Όλες οι μεγάλες επενδύσεις στην Ελλάδα έχουν τέτοιες προβλέψεις, οι οποίες έχουν στόχο να αντιμετωπίσουν ad hoc τις στρεβλώσεις του κράτους, τη γραφειοκρατία, την πολυνομία, δαιδαλώδη φορολογικά θέματα, την ανασφάλεια δικαίου, τη διαδικασία αδειοδοτήσεων. Έρχονται οι ξένοι με τις διαδικασίες τους και τα πρότυπά τους και λένε, θα γίνει αυτό κι εκείνο. Ξέρουμε ότι εδώ τα κάνετε σαλάτα, αλλά ειδικά γι’ αυτό το έργο, θα τα κάνετε σωστά. Αλλιώς το έργο δε γίνεται. Είναι περίπου σα να βγαίνει ένας Γιάννης Αντετοκούμπο από τη χώρα που εκλεγει με 7% τους νεοναζί. Ειδική περίπτωση. Εξαίρεση. Κι αυτή είναι η μόνη ελπίδα να γίνουν σωστά πράγματα σ’ αυτή τη χώρα. Το παραδέχεται και το ίδιο το κράτος. Όταν ο άλλος σου λέει, βγάλαμε τέσσερις άδειες επειδή αν ήταν περισσότερες αυτοί θα έπαιρναν θαλασσοδάνεια, είναι σαν παραδέχεται ότι το κράτος που διοικεί είναι εντελώς ανίκανο να αποτρέψει τα θαλασσοδάνεια, ή να τα παραπέμψει στη δικαιοσύνη. Η κατάσταση είναι τόσο σάπια, που μόνο με ad hoc εξαιρέσεις μπορούν να γίνουν σωστά πράγματα.

Κι αυτό είναι λυπηρό. Γιατί φαίνεται πως οι εξαιρέσεις στον κανόνα δεν αποτελούν δείγματα ελπίδας, ενδείξεις πως το υπάρχον σύστημα μπορεί να δημιουργήσει και κάτι καλό, και ότι αρκεί μόνο να το βελτιώσουμε για να δημιουργηθούν περισσότερα καλά πράγματα. Δεν συμβαίνει αυτό. Οι εξαιρέσεις είναι σκέτες εξαιρέσεις, και εμφανίζονται μόνο όταν το υπάρχον σύστημα παρακαμφθεί.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ