ΒΙΒΛΙΟ

Μια φανταστική συνέντευξη με τον Σεφέρη

ΚΩΣΤΑΣ Θ. ΚΑΛΦΟΠΟΥΛΟΣ

Η Μαρία Χούκλη επιλέγει προσεκτικά τις ερωτήσεις και τα θέματά της, με την ίδια προσοχή εντοπίζει τα σχετικά αποσπάσματα, που συνθέτουν μία συν-ομιλία.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΜΑΡΙΑ ΧΟΥΚΛΗ
Καλησπέρα σας, κύριε Σεφέρη
Εκδ. Ποταμός

«Ο,τι πέρασε, πέρασε σωστά»

Η Μαρία Χούκλη, από τις πρώτες εμφανίσεις της στην ΕΤ3 μέχρι τη σταδιοδρομία της στα ιδιωτικά κανάλια, ξεχώριζε σταθερά ανάμεσα στους talking heads της ελληνικής τηλεόρασης.
Παρουσία ευγενική, λόγος προσηνής, σεβασμός στη γλώσσα, γλίτωσε από τα «δόντια της μυλόπετρας» στο άναρχο και θορυβώδες τηλεοπτικό τοπίο που μέχρι σήμερα βασανίζει τον (με τη θέλησή του) «φυλακισμένο τηλεθεατή».

Η επιλογή της να συνθέσει μία «φανταστική συνέντευξη» από τον Γιώργο Σεφέρη συμβαδίζει με τις ανησυχίες της για τη γλώσσα, αλλά και για τον πολιτισμό σε μια χώρα που ταλανίζεται επί δεκαετίες από μια ενδημική κρίση αξιών. Μια προσεκτική ανάγνωση των ερωτήσεων αναδεικνύει τη δεδομένη επαγγελματική της επάρκεια στις συνεντεύξεις, αλλά και τη γνώση του σεφερικού έργου. Στις ερωτήσεις της κρύβεται το ειλικρινές ενδιαφέρον, η γόνιμη περιέργεια, η αναζήτηση μιας λεπτομέρειας, κυρίως όμως ο σεβασμός προς το πρόσωπο και τη στάση του.

Με τον ποιητή ξετυλίγει το νήμα της μνήμης, της ιστορίας και της δημιουργίας, σταδιακά, μεθοδικά, συγκροτημένα, από τη Σμύρνη, τον Αύγουστο του ’14 μέχρι τον θανατερό Δεκέμβρη της Αθήνας του ’44.
Ενδιάμεσα, την (τους) απασχολούν πτυχές του βίου και του έργου: πώς ήταν η Αθήνα όταν η οικογένεια Σεφέρη εγκαθίσταται εκεί από τη Σμύρνη («ήταν για μένα τότες ξενιτειά»), η ελευθερία της Τέχνης και ο προορισμός του καλλιτέχνη («ο καλλιτέχνης πρέπει να είναι ελεύθερος»), η πολιτική («δεν μ’ απασχόλησε ποτέ σαν σκοπός ζωής»), αλλά και πράγματα ταπεινά, καθημερινά, όπως τα τσιγάρα Παπαστράτος, που έστελνε στο Λονδίνο ο Γιώργος Αποστολίδης, όταν ο ποιητής, μανιώδης καπνιστής, «γύρευε την πέτρα», καθώς του έλειπαν η Ελλάδα και τα ελληνικά τσιγάρα.

Η Μαρία Χούκλη δεν διεκπεραιώνει μία συμβατική συνέντευξη, έστω εκ των υστέρων κι ούτε σκηνοθετεί αβασάνιστα έναν «φανταστικό διάλογο». Αντιθέτως, επιλέγει προσεκτικά τις ερωτήσεις και τα θέματά της, με την ίδια προσοχή εντοπίζει τα σχετικά αποσπάσματα, που συνθέτουν μία συν-ομιλία γύρω από την Ελλάδα, την ποίηση, τον κοσμοπολιτισμό του διπλωμάτη, τη βαθιά ελληνικότητά του, την αρχοντιά της γλώσσας, τους ποιητές (Καβάφης, Σολωμός, Παλαμάς, Ελιοτ, για τον πρώτο εξομολογείται πάντως πως δεν είχε ποτέ μεγάλη τρυφερότητα), την κλασική μουσική, τη Μάρω βέβαια, ό,τι ενέπνευσε και στήριξε τον ποιητή στη ζωή και το έργο του. Τέλος, αποκαθιστά την «κλοπή» της άνω τελείας από τη μελοποίηση του πολύπαθου στίχου «πήραμε τη ζωή μας· λάθος», που δεινοπάθησε ανελέητα από τα ομαδικά άσματα στις ταβέρνες και τις συναυλίες της μεταπολιτευτικής χαύνωσης, όπως και ο λεηλατημένος στίχος «Οπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει».
«Καλησπέρα σας, κύριε Σεφέρη». Καληνύχτα, Ελλάδα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ