Στάμος Ζούλας ΣΤΑΜΟΣ ΖΟΥΛΑΣ

Ο ανασχηματισμός και τα «βαρίδια»...

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

​​Ολοι θεωρούν ότι ο κ. Τσίπρας θα επιχειρήσει ανασχηματισμό της κυβέρνησης στο αμέσως προσεχές διάστημα. Οι λόγοι για τους οποίους ένας πρωθυπουργός αποφασίζει να ανασχηματίσει την κυβέρνηση είναι δεδομένοι. Πρώτον, για να αλλάξει τους υπουργούς που δεν αποδίδουν επαρκώς ή δυσπιστούν ως προς την ορθότητα της ακολουθούμενης κυβερνητικής πολιτικής. Δεύτερον και συνακόλουθο, για να αποκαταστήσει την ενότητα, την ομοιογένεια και την αποτελεσματικότητα της κυβέρνησής του. Με αυτά τα κριτήρια ποιους υπουργούς πρέπει να αντικαταστήσει ο κ. Τσίπρας; Σύμφωνα με τις δυσλειτουργίες που έχουν ανακύψει στην κυβέρνηση, ας κατονομάσουμε μερικούς από τους «δυσλειτουργούντες» υπουργούς. Π.χ.: Τον υπουργό Ναυτιλίας Θ. Δρίτσα, που επιχείρησε να τινάξει στον αέρα τη συμφωνία με την Cosco.

Τον υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας Π. Σκουρλέτη, που εναντιώνεται σε όλες τις ξένες επενδύσεις και μαζί του τον υπουργό Υποδομών Χρ. Σπίρτζη, ο οποίος ψηφίζει όλες τις ιδιωτικοποιήσεις με μισή καρδιά και κλαίγοντας. Τον υπουργό Παιδείας Ν. Φίλη, που άρχισε ιδεολογικό-δογματικό πόλεμο με την Εκκλησία. Τον αναπληρωτή υπουργό Υγείας Π. Πολάκη, ο οποίος απεδείχθη ταύρος εν υαλοπωλείω, στον τομέα του.

Τον υπουργό Επικρατείας Αλ. Φλαμπουράρη, αρμόδιο για τον συντονισμό της... αποσυντονισμένης κυβέρνησης. Τέλος και τον Επικρατείας Ν. Παππά, μετά το φιάσκο των τηλεοπτικών αδειών.

Η καταγραφή καταδεικνύει τη δυσκολία του κ. Τσίπρα να προχωρήσει σε έναν τελεσφόρο ανασχηματισμό. Δηλαδή να απαλλαγεί από «τα βαρίδια του», όπως διατείνεται η μερίδα των νεοψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ, που δεν τον έχουν εγκαταλείψει ακόμη. Οι ψηφοφόροι αυτοί δέχονται ως ειλικρινή τη «στροφή» του πρωθυπουργού στη σοσιαλιστική αριστερά και αναμένουν την έμπρακτη εφαρμογή της. Αυτή, όμως, δεν συντελείται με διακηρύξεις και μεμονωμένες κινήσεις του πρωθυπουργού. Απαιτεί και πολιτικές «ανθρωποθυσίες». Ανακύπτει, έτσι, το ερώτημα αν ο κ. Τσίπρας «ξέρει, θέλει και μπορεί» (για να θυμηθούμε το ανδρεοπαπανδρεϊκό σύνθημα). Θα αμφισβητούσαμε τη νοημοσύνη του πρωθυπουργού, αν του καταλογίζαμε ότι δεν ξέρει τι συμβαίνει στο κόμμα του και στην κυβέρνηση. Συνεπώς, μένουν το «αν θέλει» και «αν μπορεί».

Από την παραπάνω καταγραφή των «δυσλειτουργούντων» υπουργών προκύπτει ότι αυτοί: Είτε ανήκουν στην παλαιοαριστερά του ΣΥΡΙΖΑ, οι οποίοι αρνήθηκαν, για διάφορους λόγους (συμπεριλαμβανομένης και εξουσιολατρίας), να μετάσχουν στην «έξοδο Λαφαζάνη». Είτε συμπεριλαμβάνονται στον στενό κύκλο των φίλων του κ. Τσίπρα. Στο μέτρο, δε, που για πολλούς από τους παραπάνω υπουργούς υπερισχύει το κίνητρο κατοχής και νομής της εξουσίας, η «απογαλάκτιση» πιθανότατα θα προκαλέσει βίαιες και απρόβλεπτες αντιδράσεις. Προφανώς, λοιπόν, η απομάκρυνσή τους είναι δυσχερέστατη ή ακόμη και επικίνδυνη για την ενότητα του ΣΥΡΙΖΑ. Υπάρχει, φυσικά, και η λύση της μετάθεσή τους σε λιγότερο «νευραλγικά» (υπό τις παρούσες συνθήκες) υπουργεία. Μια τέτοια μετάθεση, όμως, είναι βέβαιο πως θα θεωρηθεί δυσμενής και μειωτική από τους «θιγομένους», με αποτέλεσμα να εντείνουν τη στάση αριστεροφροσύνης και από τα νέα πόστα τους. Συνεπώς, η μέθοδος των μεταθέσεων, στον επικείμενο ανασχηματισμό, κάθε άλλο παρά αποτελεί λύση για την αποκατάσταση της ενότητας και της αποτελεσματικότητας της σημερινής κυβέρνησης. Ακόμη, λοιπόν, και «αν θέλει» ο κ. Τσίπρας, μένει το «δεν μπορεί». Και αυτό είναι το χειρότερο, για τον ίδιο. Κυρίως, όμως, για τον τόπο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ