Κώστας Ιορδανίδης ΚΩΣΤΑΣ ΙΟΡΔΑΝΙΔΗΣ

Ο κ. Ερντογάν ως ανατροπεύς

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Υ​​ψίστη πρόκληση προς το παλαιό κατεστημένο υπήρξε η απαξιωτική αναφορά του Τούρκου προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στη Συνθήκη της Λωζάννης του 1923 –ως μειοδοτική για τα συμφέροντα της Αγκυρας– και αιτία εύλογης ανησυχίας οι ισχυρισμοί του για τα νησιά του Αιγαίου, που ενσωματώθηκαν –βάσει εκείνης της συμφωνίας– στην επικράτεια της Ελλάδος. Σε κάθε περίπτωση είναι απαραίτητη μια προσεκτικότερη διερεύνηση των εξελίξεων στην Τουρκία, διότι καλά τα της Ευρώπης, αλλά πολύ πιο ουσιώδη τα όσα συμβαίνουν στην περίμετρό μας.

Είναι σαφές ότι ο κ. Ερντογάν αξιοποιεί το αποτυχόν και εξόχως οπερετικό πραξικόπημα, όχι απλώς για να απαλλαγεί από τους αντιπάλους του, αλλά για να αναδιαρθρώσει εκ βάθρων την εσωτερική τάξη πραγμάτων στη χώρα του. Λειτουργεί εν ολίγοις ως ανατροπέας και όχι απλώς ως μεταρρυθμιστής και πολύ ολιγότερο ως pρόεδρος που αναμένει τη συνταξιοδότησή του.

Προσεκτικός, ωστόσο, παρ’ όλη τη σαρωτική ορμή του, η επίθεσή του εστράφη σαφώς εναντίον του Τούρκου διαπραγματευτή στη Λωζάννη Ισμέτ Πασά [Ινονού].

Αντίθετα, χαρακτηρίζοντας την αντίσταση στο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου «δεύτερο Πόλεμο της Ανεξαρτησίας του τουρκικού έθνους», προβαίνει σε σαφή διάκριση μεταξύ του Μουσταφά Κεμάλ και των επιγόνων του.

Ισως το πλέον σημαντικό τμήμα της ομιλίας του κ. Ερντογάν είναι η αναφορά του ότι εάν είχαν επικρατήσει οι πραξικοπηματίες «θα μας είχαν φέρει μία συνθήκη που θα μας έκανε να αναπολούμε εκείνη των Σεβρών». Παρεμπιπτόντως, η Συνθήκη των Σεβρών του 1920 ήταν συνέπεια της τραγικής ήττας που υπέστη η Οθωμανική Αυτοκρατορία, συμμαχήσασα με τη Γερμανία του Κάιζερ κατόπιν εμμονής και μεθοδεύσεων του Ενβέρ Πασά, ηγέτη των Νεοτούρκων, και τον οποίο ο Μουσταφά Κεμάλ βαθύτατα αντιπαθούσε, διότι θεωρούσε ότι η πολιτική του κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο θα οδηγούσε την αυτοκρατορία στην καταστροφή. Οπως και πράγματι συνέβη.

Στη διάρκεια της πολιτικής κυριαρχίας του ο κ. Ερντογάν διήλθε πολλές φάσεις. Η προσπάθειά του για ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε. απέτυχε, η απομάκρυνση του Ραούφ Ντενκτάς δεν οδήγησε σε λύση του Κυπριακού, οι άτυπες συνομιλίες με τον Κούρδο ηγέτη Αμπντουλάχ Οτσαλάν δεν καρποφόρησαν και το χειρότερο όλων, υπήρξε μία επικίνδυνη προσέγγιση της Δύσης με τους Κούρδους της Συρίας και το ενδεχόμενο δημιουργίας κουρδικού κράτους στα νότια σύνορα της τουρκικής επικράτειας ήταν όντως υπαρκτό.

Διόλου παράδοξο εάν μνήμες εφιαλτικές άρχισαν να επανέρχονται από τα χρόνια του Αμπντούλ Χαμίτ Β΄, όταν ευθύς μετά την ανάρρησή του στον θρόνο, οι Μεγάλες Δυνάμεις άρχισαν να προωθούν σχέδια διαμελιστικά της αυτοκρατορίας, τα τσαρικά στρατεύματα έφθασαν στα περίχωρα της Κωνσταντινουπόλεως και ο σουλτάνος ανέτρεξε στο Ισλάμ και προχώρησε στην αναβίωση του χαλιφάτου. Εν τέλει οι Νεότουρκοι, οι δυτικότροποι εκσυγχρονιστές υπό τον «ήρωα της Επαναστάσεως» Ενβέρ Πασά, τον ανέτρεψαν το 1908 και τον εξόρισαν στη βίλα Αλατίνι, στη Θεσσαλονίκη.

Επιστρέφοντας στα καθ’ ημάς, συνετό είναι ασφαλώς να μην υποτιμηθούν οι ισχυρισμοί του κ. Ερντογάν, αλλά μία αλόγιστη και ανακλαστική αντίδραση πρέπει να αποφευχθεί. Η εντατικοποίηση των επαφών είναι όσο ποτέ αναγκαία, διότι μία ρητορική αντιπαράθεση αποτελεί μάλλον εκδήλωση μωρίας και όχι διπλωματικής δεινότητος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ