ΚΟΣΜΟΣ

Οι αμερικανικές προεδρικές εκλογές

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΠΑΠΑΣΩΤΗΡΙΟΥ*

Ο Λίντον Τζόνσον ορκίζεται 36ος πρόεδρος των ΗΠΑ. Στην προεκλογική του εκστρατεία παρουσιάστηκε ως ο συνεχιστής του Φράνκλιν Ρούζβελτ και του New Deal, υποσχόμενος νέες κοινωνικές μεταρρυθμίσεις.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

Οταν ο Λίντον Τζόνσον διαδέχθηκε τον Τζον Κένεντι μετά τη δολοφονία του στις 22 Νοεμβρίου 1963, λίγοι Δημοκρατικοί θεωρούσαν ότι θα αποδεικνυόταν άξιος διάδοχός του. Ακόμα και η εκλογή του στην προεδρία των ΗΠΑ στις εκλογές του 1964 δεν εθεωρείτο δεδομένη. Στις προηγούμενες εκλογές του 1960 ο Κένεντι είχε κερδίσει με διαφορά μόλις 0,1% της λαϊκής ψήφου έναντι του Νίξον. Ο Τζόνσον εθεωρείτο λιγότερο χαρισματικός από τον αδικοχαμένο προκάτοχό του, ο οποίος τον είχε νικήσει το 1960 στην αναμέτρηση για το προεδρικό χρίσμα του Δημοκρατικού Κόμματος.

Κατά την περίοδο 1955-1960 βέβαια ο Τζόνσον υπήρξε από τους πιο ισχυρούς και επιτυχημένους ηγέτες της πλειοψηφίας της Γερουσίας στην αμερικανική ιστορία. Αυτό οφειλόταν όμως εν μέρει στην τρομερή ικανότητά του να επιβάλλεται σε λιγότερο ισχυρές προσωπικότητες σε κατ’ ιδίαν συναντήσεις. Ο Τζόνσον ήταν λιγότερο αποτελεσματικός στην επικοινωνία με τις μάζες.

Η ταπεινή καταγωγή του από το επαρχιακό Τέξας δεν αποτελούσε καθαυτό τροχοπέδη στην εκλογή του – ο αμερικανικός λαός συχνά επιβραβεύει αυτοδημιούργητους πολιτικούς ταπεινής προέλευσης. Στον Τζόνσον, ωστόσο, προκάλεσε κοινωνική ανασφάλεια ιδιαίτερα έναντι του λεγόμενου «ανατολικού κατεστημένου», της ελίτ δηλαδή των βορειοανατολικών πολιτειών. Επί προεδρίας Κένεντι αισθανόταν κοινωνικά απομονωμένος από τους λαμπρούς απόφοιτους και καθηγητές των σπουδαιότερων αμερικανικών πανεπιστημίων που διόρισε ο Κένεντι στην κυβέρνησή του. Αντίστοιχα, η πνευματική ελίτ του Δημοκρατικού Κόμματος, η κεντροαριστερή διανόηση των ΗΠΑ, τον έβλεπε με καχυποψία. Ο Τζόνσον είχε άλλο ένα μειονέκτημα, ότι ήταν από τον Νότο. Από την εποχή του αμερικανικού εμφύλιου πολέμου το 1861-1865, στον οποίο ο Βορράς νίκησε τον Νότο και τον ανάγκασε να παραμείνει στις ΗΠΑ, μονάχα ένας Νότιος είχε εκλεγεί πρόεδρος, ο Γούντροου Ουίλσον, που όμως την εποχή της εκλογής του ήταν πρόεδρος του πανεπιστημίου Princeton στη βόρεια πολιτεία New Jersey.

Χτίζοντας μεθοδικά την εικόνα του νικητή

Ο Τζόνσον υπερέβη τις δυσκολίες αυτές με μια βαρυσήμαντη κίνηση. Αξιοποιώντας τη διάχυτη επιθυμία στην αμερικανική κοινωνία να λειτουργήσει ως συνεχιστής του Κένεντι, έριξε όλο το πολιτικό βάρος του υπέρ του νομοσχεδίου για την κατάργηση του ρατσιστικού φυλετικού διαχωρισμού, που είχαν θεσμοθετήσει στις αρχές του 20ού αιώνα οι πολιτείες του Νότου για κάθε λογής δημόσιους χώρους (χωριστά σχολεία για μαύρους και λευκούς, χωριστές θέσεις σε εστιατόρια, γήπεδα, μέσα μεταφορών, τουαλέτες κ.ο.κ.). Με μια σπαθιά απέδειξε ότι ήταν πολιτικός εθνικής εμβέλειας, ότι η νότια καταγωγή του δεν τον εμπόδιζε να υποστηρίξει την πλευρά των υπόλοιπων Δημοκρατικών ενάντια στους Δημοκρατικούς του Νότου και ότι θα έκανε περισσότερα για να αναιρέσει της ιστορικές αδικίες εις βάρος των μαύρων από οποιονδήποτε άλλο πρόεδρο μετά τον Αβραάμ Λίνκολν.

Πρέπει να τονιστεί ότι ο Νότος παρέμενε μονολιθικά Δημοκρατικός από την εποχή του αμερικανικού εμφύλιου πόλεμου το 1861-1865. Το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα είχε δημιουργηθεί κατά τη δεκαετία του 1850 για να εμποδίσει τη διάδοση της δουλείας από τον Νότο στις νέες δυτικές πολιτείες. Η εκλογή του πρώτου Ρεπουμπλικανού προέδρου, του Αβραάμ Λίνκολν το 1860, προκάλεσε την απόσχιση των νότιων πολιτειών και τον εμφύλιο.

Επομένως, για να υπερβεί την αντίσταση των νότιων Δημοκρατικών στο Κογκρέσο, ο Τζόνσον χρειαζόταν την υποστήριξη των μετριοπαθών Ρεπουμπλικανών. Οι συντηρητικοί Ρεπουμπλικανοί ήταν ενάντια στο νομοσχέδιο για την κατάργηση του φυλετικού διαχωρισμού στον Νότο όχι λόγω ρατσισμού, αλλά επειδή εναντιώνονταν κατ’ αρχήν στην επιβολή της ομοσπονδιακής εξουσίας στις εσωτερικές υποθέσεις τον πολιτειών. Την άνοιξη του 1964 το νομοσχέδιο πέρασε άνετα στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Η Γερουσία παρουσίαζε μεγαλύτερη δυσκολία λόγω του δικαιώματος των γερουσιαστών σε απεριόριστη συζήτηση, που επέτρεπε σε μια αποφασισμένη μειοψηφία τους να μπλοκάρει όλες τις εργασίες του σώματος με ατελείωτους λόγους. Για να σταματήσει η απεριόριστη συζήτηση, χρειαζόταν τότε διαδικαστική ψήφος με αυξημένη πλειοψηφία των 67 από τους 100 γερουσιαστές (σήμερα χρειάζεται μόνο 60). Επομένως, οι Νότιοι μπορούσαν μέσω της τακτικής της κωλυσιεργίας να μπλοκάρουν το νομοσχέδιο με μονάχα το ένα τρίτο συν μία ψήφο στη Γερουσία.

Ο Τζόνσον χρειάστηκε να αξιοποιήσει όλη την πείρα του από την εποχή που ήταν εξαιρετικά αποτελεσματικός αρχηγός της πλειοψηφίας στη Γερουσία, καθώς και όλες τις εντυπωσιακές ικανότητές του στην πειθώ σε προσωπικές συζητήσεις, για να εξασφαλίσει τη σύμπραξη της ρεπουμπλικανικής ηγεσίας στη Γερουσία και να επιφέρει το κλείσιμο της συζήτησης με 71 έναντι 29 ψήφων (χρειαζόταν τουλάχιστον 67). Μετά την κρίσιμη αυτή διαδικαστική νίκη, το ίδιο το νομοσχέδιο υπερψηφίσθηκε άνετα. Με την κατάργηση του φυλετικού διαχωρισμού στον Νότο, ο Τζόνσον μπορούσε να κατέβει στις προεδρικές εκλογές του 1964 με τον αέρα ενός ήδη σπουδαίου μεταρρυθμιστή.

Η πορεία προς τις εκλογές

Στις εσωκομματικές διαδικασίες για το προεδρικό χρίσμα του Δημοκρατικού Κόμματος ο Τζόνσον δεν είχε να αντιμετωπίσει αντίπαλο. Φοβόταν, ωστόσο, μήπως κατά τη διάρκεια του εθνικού Δημοκρατικού συνεδρίου το καλοκαίρι του 1964 ξεσπούσε αυθόρμητος ενθουσιασμός υπέρ μιας υποψηφιότητας του Ρόμπερτ Κένεντι, υπουργού Δικαιοσύνης και νεότερου αδελφού του Τζον Κένεντι. Ως εκ τούτου, ο Τζόνσον φρόντισε να προγραμματιστεί ο λόγος του Ρόμπερτ Κένεντι την τελευταία ημέρα του συνεδρίου, όταν θα είχε ο ίδιος ήδη πάρει το χρίσμα. Οι φόβοι του δεν ήταν εντελώς αβάσιμοι. Ο Ρόμπερτ Κένεντι χειροκροτήθηκε από τους συνέδρους για 22 λεπτά μόλις ανέβηκε στο βήμα πριν καν μιλήσει.

Τον Τζόνσον ευνόησαν οι εξελίξεις και στην πλευρά των Ρεπουμπλικανών. Η τελευταία φορά που η δεξιά πτέρυγα του κόμματος είχε κερδίσει το προεδρικό χρίσμα ήταν το 1936. Εκτοτε επικρατούσαν πάντοτε οι κεντρώοι. Αυτή τη φορά, ωστόσο, η δεξιά πτέρυγα άρχισε να οργανώνεται ήδη από το 1961, με αποτέλεσμα να αξιοποιήσει στο έπακρο κάθε λεπτομέρεια των πολύπλοκων κανόνων στις 50 πολιτείες για την επιλογή των συνέδρων του εθνικού Ρεπουμπλικανικού συνεδρίου. Η δεξιά πτέρυγα έπεισε τον γερουσιαστή Μπάρι Γκολντγουότερ της Αριζόνα να κατέβει ως υποψήφιος για το προεδρικό χρίσμα.

Ο Γκολντγουότερ επικράτησε μεν στο εθνικό Ρεπουμπλικανικό συνέδριο στο Σαν Φρανσίσκο το καλοκαίρι του 1964, η κεντρώα πτέρυγα όμως τον θεωρούσε πολύ ακραίο και επομένως μη εκλέξιμο στις γενικές εκλογές του Νοεμβρίου.

Στην προεκλογική εκστρατεία το φθινόπωρο του 1964, ο Τζόνσον παρουσιάστηκε ως ο συνεχιστής του Φράνκλιν Ρούζβελτ και του New Deal, υποσχόμενος νέες κοινωνικές μεταρρυθμίσεις. Επιπλέον, παρουσιάστηκε ως υποστηρικτής της ειρήνης και κατήγγειλε τον Γκολντγουότερ ως επικίνδυνα φιλοπόλεμο σε θέματα εξωτερικής πολιτικής. Ο Ρεπουμπλικανός υποψήφιος συνέβαλε στην εικόνα αυτή με την εμπρηστική αντικομμουνιστική ρητορική του.

Ο θρίαμβος στις κάλπες

Στις εκλογές ο Τζόνσον κέρδισε θριαμβευτικά. Πήρε 61,2% της λαϊκής ψήφου, το μεγαλύτερο ποσοστό στην ιστορία των ΗΠΑ (εκτός από τρεις εκλογές στις αρχές των ΗΠΑ, που ο νικητής δεν είχε σημαντικό αντίπαλο). Στο εκλογικό κολέγιο υπερείχε με 486 εκλέκτορες έναντι 52. Η νίκη του έδωσε ώθηση και στους Δημοκρατικούς υποψηφίους για το Κογκρέσο, όπου οι Δημοκρατικοί εξασφάλισαν τις μεγαλύτερες πλειοψηφίες τους μετά το 1936: 295 έναντι 140 στη Βουλή των Αντιπροσώπων και 68 έναντι 32 στη Γερουσία. Ο Κεντροαριστερός φιλελεύθερος ιστορικός James MacGregor Burns συμπέρανε ότι «αυτή είναι τόσο σίγουρα μια κεντροαριστερή φιλελεύθερη εποχή όσο τα τέλη του 19ου αιώνα ήταν συντηρητική εποχή». Οι πολιτικοί επιστήμονες Polsby και Wildavsky έγραψαν ότι αν οι Ρεπουμπλικανοί έδιναν ξανά το χρίσμα για την προεδρία σε συντηρητικό, θα υφίσταντο τέτοια συντριβή ώστε «να μπορούμε να αναμένουμε το τέλος του ανταγωνιστικού δικομματικού συστήματος».

Ο Τζόνσον αξιοποίησε τη μεγάλη νίκη του περνώντας στο Κογκρέσο κατά το πρώτο οκτάμηνο του 1965 εντυπωσιακές μεταρρυθμίσεις. Ενα μεγάλο μέρος του σημερινού κράτους πρόνοιας στις ΗΠΑ ανάγεται στην περίοδο αυτή. Ταυτόχρονα όμως ενέπλεξε τις ΗΠΑ στον πόλεμο του Βιετνάμ. Επιπλέον, από τα μέσα του 1965 ξέσπασαν ταραχές στα μαύρα γκέτο και αυξήθηκε αλματωδώς η εγκληματικότητα, με αποτέλεσμα πολλοί λευκοί να θεωρήσουν τους μαύρους αχάριστους έπειτα από όσα είχε κάνει για αυτούς ο Τζόνσον. Ως εκ τούτου, η ηγεμονία του Δημοκρατικού Κόμματος το 1964 αποδείχθηκε βραχύβια.

*Ο κ. Χαράλαμπος Παπασωτηρίου είναι καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου, πρόεδρος του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων.

 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ