ΕΛΛΑΔΑ

«Φοβόμαστε για τη ζωή μας αν γυρίσουμε»

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Μήνες πριν από την απόπειρα πραξικοπήματος στην Τουρκία η αστυνομία χτύπησε την πόρτα του δύο φορές. Κρατήθηκε και ανακρίθηκε επί μισή και μία εβδομάδα αντίστοιχα, κατηγορούμενος για συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση λόγω της σχέσης του με το κίνημα του Φετουλάχ Γκιουλέν, στο οποίο είναι κατά δήλωσή του ενεργό μέλος από τα φοιτητικά του χρόνια. Παρέμενε ελεύθερος με περιοριστικούς όρους το τελευταίο διάστημα, όταν στις 16 Ιουλίου, την επομένη του αποτυχημένου πραξικοπήματος, φοβήθηκε πως εάν εμφανιζόταν στο αστυνομικό τμήμα –όπως όφειλε– θα φυλακιζόταν ξανά. Πλέον έπρεπε να σχεδιάσει την απόδραση από την πατρίδα του.

«Επειδή μας απαγόρευσαν την έξοδο από τη χώρα με νόμιμους τρόπους, αναζήτησα διαφορετικούς, μέσω Διαδικτύου. Παρατήρησα πως οι περισσότεροι πρόσφυγες από τη Συρία κατευθύνονται προς την Ελλάδα μέσω Σμύρνης, Μαρμαρίδας και Αλικαρνασσού. Πίστεψα κι εγώ ότι μπορώ να περάσω από τον ίδιο δρόμο», ανέφερε ο Τούρκος πολίτης στους αστυνομικούς της Ρόδου που τον συνέλαβαν μαζί με άλλους δύο συμπατριώτες του στα τέλη Αυγούστου για παράνομη είσοδο στη χώρα.

Η «Κ» παρουσιάζει σήμερα νέες λεπτομέρειες της περιπετειώδους διαφυγής των τριών ανδρών που έχουν καταθέσει αίτηση πολιτικού ασύλου στην Ελλάδα. Ολοι τους υποστηρίζουν ότι δεν έχουν καμία σχέση «οιασδήποτε φύσεως» με το πραξικόπημα, το οποίο και αποδοκιμάζουν. Φοβούνται όμως, όπως έχουν αναφέρει στις ελληνικές αρχές, ότι στην Τουρκία θα κινδυνεύσουν με φυλάκιση και βασανιστήρια.

Ο Τούρκος πολίτης (τα στοιχεία του οποίου καθώς και των άλλων δύο δεν δημοσιοποιούνται από την «Κ» για την ασφάλειά τους) επέλεξε ως τελευταίο σταθμό στην πατρίδα του τη Μαρμαρίδα. Εγκαταστάθηκε σε ξενώνα όπου δεν ζητούσαν στοιχεία ταυτότητας και δεν υπήρχαν κάμερες. Την επομένη, προσπαθώντας να βρει κάποιον διακινητή, συνάντησε έναν παλιό του φίλο και έναν ακόμη συμπατριώτη του που βρίσκονταν στην ίδια μοίρα.

Ο φίλος του, όπως και ο ίδιος, δίδασκε σε εκπαιδευτικό ίδρυμα του Γκιουλέν, ενώ είχε ταξιδέψει σε πολλές χώρες όπου λειτουργούν αντίστοιχα σχολεία. Εις βάρος του είχε εκδοθεί ένταλμα σύλληψης πριν από το πραξικόπημα. Ο τρίτος, δημόσιος υπάλληλος στο επάγγελμα, δήλωσε στους Ελληνες αστυνομικούς ότι είχε ανακριθεί παλιότερα από τις τουρκικές αρχές. Οπως έχει περιγράψει, του είχαν φορέσει χειροπέδες, τον οδήγησαν σε άγνωστο σημείο με κλειστά τα μάτια και τον απείλησαν. Η ανάκρισή του είχε κρατήσει μέχρι το επόμενο πρωί, οπότε και αφέθηκε ελεύθερος σε άγνωστη τοποθεσία.

Αναζητώντας βάρκα

Στη Μαρμαρίδα, οι τρεις άντρες πλέον αναζητούσαν κάποιον που θα μπορούσε να τους περάσει απέναντι. Με τη βοήθεια μεσάζοντα βρήκαν διακινητή και συμφώνησαν να τον πληρώσουν 15.000 τουρκικές λίρες έκαστος (περίπου 4.500 ευρώ, ποσό έως και δέκα φορές μεγαλύτερο από τις τιμές που ζητούν πλέον οι διακινητές από πρόσφυγες και μετανάστες).

Την επόμενη νύχτα, μετά τις δέκα, αποβιβάστηκαν κοντά στην παραλία των Στεγνών, στη Ρόδο. Βγήκαν σε μονοπάτι και κατευθύνθηκαν προς τα εκεί όπου υπήρχαν φώτα. Δεν μπόρεσαν να βρουν δωμάτιο σε ξενοδοχείο και τελικά κοιμήθηκαν σε ξαπλώστρες. Το πρωί πήγαν στη λιμενική αστυνομία όπου τους γνωστοποιήθηκε ότι δεν μπορούν να λάβουν βίζα και ακολούθησε η σύλληψή τους από την αστυνομία.

Μέχρι σήμερα παραμένουν υπό διοικητική κράτηση στη Ρόδο, ενώ εκκρεμεί η εξέταση των αιτημάτων τους για χορήγηση ασύλου. Ενας εκ των τριών νοσηλεύτηκε φρουρούμενος μέχρι και τα μέσα αυτής της εβδομάδας στο νοσοκομείο με λοίμωξη του αναπνευστικού. Ο δικηγόρος τους Κώστας Αβδελλής έχει ζητήσει να ανασταλεί η κράτησή τους έως ότου ληφθεί οριστική απόφαση επί των αιτημάτων τους.

Σχεδόν ένα μήνα μετά την άφιξη των τριών Τούρκων πολιτών στη Ρόδο, δέκα συμπατριώτες τους (δύο οικογένειες με τρία παιδιά η καθεμία) αποβιβάστηκαν και πάλι στην παραλία των Στεγνών. Και αυτοί παραμένουν υπό διοικητική κράτηση στον Αρχάγγελο της Ρόδου, ενώ έχουν ζητήσει να τους χορηγηθεί πολιτικό άσυλο. Τουλάχιστον, σε αντίθεση με τους τρεις συμπατριώτες τους, τα μέλη των οικογενειών έχουν τη δυνατότητα προαυλισμού. Πρόσφατα τους επισκέφτηκαν στελέχη ΜΚΟ για να διαπιστώσουν τις συνθήκες κράτησης.

Μέχρι στιγμής 18 Τούρκοι πολίτες (δίχως να περιλαμβάνονται σε αυτούς οι οκτώ Τούρκοι στρατιωτικοί) έχουν ζητήσει άσυλο στην Ελλάδα μετά το πραξικόπημα. Σε σύγκριση με άλλα ευρωπαϊκά κράτη, όμως, ο αριθμός είναι μικρός. Ενδεικτικά το Βέλγιο έχει δεχτεί περισσότερα από 50 αντίστοιχα αιτήματα και η Ολλανδία πάνω από 60. Στη Φινλανδία μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου ζήτησαν άσυλο 30 Τούρκοι πολίτες, χωρίς όμως να σχετίζονται όλα τα αιτήματα με τα γεγονότα εκείνης της ημέρας ή τις διώξεις που ακολούθησαν.

«Η δίωξη κάποιου ατόμου για την πολιτική ιδεολογία του είναι ένας λόγος παροχής ασύλου. Στην περίπτωση των Τούρκων αιτούντων θα μπορούσε, για παράδειγμα, να εξεταστεί η χορήγηση ασύλου εφόσον υπάρχει ο κίνδυνος να μην τύχουν δίκαιης δίκης στην πατρίδα τους», αναφέρει στην «Κ» η εκπρόσωπος επικοινωνίας της φινλανδικής υπηρεσίας μετανάστευσης, Βίρνα Λεϊνόνεν, και ξεκαθαρίζει πάντως ότι όλες οι υποθέσεις που εκκρεμούν στη χώρα της θα εξεταστούν ξεχωριστά.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ