Δημήτρης Ρηγόπουλος ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ

Το «μήνυμα» του Πέδρο Σάντσες

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η παραίτηση του Πέδρο Σάντσες από την ηγεσία του Σοσιαλιστικού Κόμματος της Ισπανίας, του ιστορικού PSOE, σφραγίζει ένα μελαγχολικό κεφάλαιο της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας. Και αποτυπώνει, ταυτόχρονα, τα αδιέξοδα του «παλιού κόσμου», όπως οριοθετήθηκε από την εναλλαγή των κομμάτων του παραδοσιακού δικομματισμού στην εξουσία σε μια σειρά από χώρες της Ευρώπης.

Συνοπτικά, οι Ισπανοί Σοσιαλιστές, με προεξάρχοντα τον ίδιο τον γενικό γραμματέα, δεν αποκλείεται να φοβήθηκαν την επανάληψη του ελληνικού δράματος, δηλαδή να υποστούν τη ραγδαία φθορά του αδελφού τους κόμματος στην άλλη άκρη της Μεσογείου, του ΠΑΣΟΚ. Το υπέρτατο δίλημμα, όπως εξελίσσεται το πολιτικό θρίλερ στην Ισπανία ύστερα από δύο διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις, ήταν η στήριξη (ή όχι) μιας πιθανής κυβέρνησης του Λαϊκού Κόμματος του Μαριάνο Ραχόι. Η φορτισμένη δήλωση του Πέδρο Σάντσες το «Οχι είναι όχι» έγινε παθιασμένο σύνθημα το περασμένο Σάββατο στα χείλη των υποστηρικτών του έξω από τα γραφεία του PSOE, αλλά δεν ήταν αρκετή για να υπερκεράσει το ένστικτο πολιτικής επιβίωσης των βαρόνων του κόμματος, οι οποίοι και καταψήφισαν την πρόταση του 44χρονου γενικού γραμματέα.

Ενστικτο πολιτικής επιβίωσης φαίνεται ότι διαθέτει και ο Σάντσες, αλλά δεν βλέπει τα πράγματα από την ίδια γωνία: πιστεύει ότι ενδεχόμενη ψήφος ανοχής στην Κεντροδεξιά θα σημαίνει την αρχή του τέλους για τους Σοσιαλιστές και μια καλή ευκαιρία για να ανοίξει σαμπάνιες το κινηματικό Podemos. Αντίθετα, η εσωκομματική αντιπολίτευση θεωρούσε ότι, αν το κόμμα τους στύλωνε μέχρι τέλους τα πόδια του και έσερνε τη χώρα για τρίτη φορά μέσα σε 12 μήνες σε εκλογές, απαυδισμένοι ψηφοφόροι τους θα ψήφιζαν τελικά το Λαϊκό Κόμμα για να υπάρξει επιτέλους κυβέρνηση. Και τότε, μετά βεβαιότητας, το PSOE θα υποχωρούσε στην τρίτη θέση πίσω από το Podemos.

Ζαλιστήκατε; Ρωτήστε τους ηγέτες των σοσιαλιστικών κομμάτων της Ευρώπης και ακόμη περισσότερο τους λίγους πρωθυπουργούς που προέρχονται από τα σπλάγχνα της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας. Παντού αναβλύζουν ζητήματα με σχεδόν υπαρξιακή ένταση: ο «τρίτος δρόμος» του Τόνι Μπλερ είχε ισχυρή δόση από οικονομικό φιλελευθερισμό και τα περισσότερα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα της ηπείρου ελάχιστα διαφέρουν στον πυρήνα της οικονομικής πολιτικής από τους συντηρητικούς αντιπάλους τους. Εκεί βρήκαν έδαφος πάλαι ποτέ «περιθωριακές», «αντι-ελίτ» φωνές στα άκρα του πολιτικού φάσματος που αμφισβήτησαν το κατεστημένο και κέρδισαν έδαφος, ψήφους και σε ελάχιστες περιπτώσεις και την εξουσία.

Σε αυτό το περιβάλλον, η Κεντροαριστερά συμπιέζεται πανταχόθεν. Από τα δεξιά υπάρχουν οι πιο γνήσιες φιλελεύθερες φωνές που θα εμπιστευθούν όσοι αναζητούν ασφάλεια και σταθερότητα, ενώ στην άλλη άκρη καιροφυλακτεί η Αριστερά, έτοιμη να αξιοποιήσει τη δυσφορία πιεζόμενων πολιτών. Και το πρόβλημα δεν είναι μόνον ελληνικό.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ