ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Οι αναπτυσσόμενες χώρες πρέπει να είναι σε ετοιμότητα

PHYLLIS PAPADAVID*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΝΑΛΥΣΗ

Κεντρικά θέματα στη φθινοπωρινή σύνοδο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) και της Παγκόσμιας Τράπεζας θα είναι η επιβράδυνση του παγκόσμιου εμπορίου και οι κίνδυνοι που ελλοχεύουν στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Επειδή η αύξηση του παγκόσμιου εμπορίου έχει παραμείνει σταθερή στο 3% από το 2012, ίσως σε ορισμένες περιπτώσεις να είναι πιο αναγκαία μια ευέλικτη νομισματική παρέμβαση –αντί ενός συστήματος σταθερών ισοτιμιών– για να διευκολυνθεί η αναπροσαρμογή σε νέες αξίες, παρά το γεγονός ότι τέτοιας φύσεως κινήσεις είναι πολιτικά αμφιλεγόμενες. Οι κεντρικές τράπεζες στον αναδυόμενο και ανεπτυγμένο κόσμο χρειάζεται να εφαρμόζουν πολιτικές που να επιτρέπουν ευελιξία στις διακυμάνσεις των ισοτιμιών τους, αλλά, παράλληλα, να συγκρατούν την υψηλή μεταβλητότητα στις αγορές συναλλάγματος και να διαφυλάσσουν τα αποθέματά τους.

Η παγκόσμια οικονομία είναι σήμερα μια παγίδα χαμηλής, υποτονικής ανάπτυξης ενώ αντιμετωπίζει χρηματοπιστωτικούς κινδύνους. Αιωρούνται ερωτήματα για την αποτελεσματικότητα της νομισματικής πολιτικής, καθώς οι κεντρικοί τραπεζίτες καταφεύγουν όλο και πιο πολύ σε αντισυμβατικά εργαλεία για να τονώσουν την οικονομική δραστηριότητα. Στις αναδυόμενες και αναπτυσσόμενες χώρες, τα συναλλαγματικά αποθέματα παίζουν κεντρικό ρόλο στην απορρόφηση των κραδασμών από εξωτερικές κρίσεις και στη διαχείριση των κινδύνων. Μειώνουν τους κινδύνους στην ανάπτυξη.

Τα συναλλαγματικά αποθέματα θα πρέπει να ζυγιστούν στο μακροοικονομικό περιβάλλον κάθε χώρας. Χαρακτηριστικά, οι χώρες με υψηλό έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών χρειάζονται μεγαλύτερα συναλλαγματικά αποθέματα δεδομένων των εξωτερικών αναγκών χρηματοδότησης. Επιπροσθέτως, οι ροές επενδύσεων ενσωματώνουν και κεφάλαια υψηλού ρίσκου, αυξάνοντας την «ευαισθησία» των αναδυόμενων και αναπτυσσόμενων οικονομιών σε εξωτερικές κρίσεις.

Από το α΄ τρίμηνο του 2009 μέχρι το α΄ τρίμηνο του 2015, τα συναλλαγματικά αποθέματα των αναδυόμενων και αναπτυσσόμενων οικονομιών αυξήθηκαν από τα 4,7 τρισ. στα 7,5 τρισ. δολάρια, σύμφωνα με στοιχεία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Ωστόσο, οι στρεβλώσεις ορισμένων αγορών, όπως είναι η διαπραγμάτευση ομολόγων 13,4 δισ. δολαρίων με αρνητικό επιτόκιο, μπορεί να οδηγήσουν σε ξαφνικές και απότομες μεταβολές των αξιών στις επενδύσεις και ύστερα σε απότομη άνοδο του εγχώριου χρέους σε όρους δολαρίου για τις μεγάλες οικονομίες του αναδυόμενου κόσμου όπως η Κίνα και η Ινδία.

Βασικό κίνητρο για μια παρέμβαση στις αγορές συναλλάγματος είναι η σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού κλάδου και η συγκράτηση της υψηλής μεταβλητότητας στις αγορές. Αρκετές κεντρικές τράπεζες υπήρξαν δραστήριες στις αγορές συναλλάγματος εν μέσω της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008-09, ιδιαίτερα στη Λατινική Αμερική και την Ασία. Παρ’ όλα αυτά, σε ορισμένες περιπτώσεις οι παρεμβάσεις αυτές επιδείνωσαν τη μεταβλητότητα των ισοτιμιών.

Με επιτυχία στέφθηκαν, εντούτοις, οι παρεμβάσεις από την Κεντρική Τράπεζα της Ινδίας που είναι μια χώρα με υψηλό έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών και εισαγωγέας πετρελαίου την τελευταία δεκαετία. Τα συναλλαγματικά αποθέματα της χώρας αυξήθηκαν από 152 δισ. δολάρια τον Μάρτιο του 2006 στα 360 δισ. τον Μάρτιο του 2016. Ο ημερήσιος τζίρος στις αγορές συναλλάγματος της χώρας έχει αυξηθεί, από 6 δισ. δολάρια σε ετήσια βάση το 2000, στα 60 δισ. δολάρια το 2013. Βασικό χαρακτηριστικό της πολιτικής της Κεντρικής Τράπεζας της Ινδίας είναι πως επικεντρώνονται στην εναρμόνιση της μεταβλητότητας και όχι σε μια σταθερή ισοτιμία της ρουπίας.

* Η Phyllis Papadavid είναι επικεφαλής Διεθνών Μακροοικονομικών στο ανεξάρτητο κέντρο ερευνών ODI της Βρετανίας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ