ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Καμπανάκι ΔΝΤ για βόμβα «κόκκινων» δανείων

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Με κεφαλαιακές απώλειες ύψους 41 δισ. ευρώ κινδυνεύουν οι ελληνικές τράπεζες, σύμφωνα με έκθεση του ΔΝΤ, αν δεν αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά το πρόβλημα των «κόκκινων» δανείων.

Η αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων αποτελεί τη μεγαλύτερη πρόκληση και σύμφωνα με πηγές της κεντρικής τράπεζας πρέπει γρήγορα να πραγματοποιηθούν τέσσερα ακόμα σημαντικά βήματα, ώστε να συμπληρωθεί το εγχώριο «οπλοστάσιο» εναντίον των «κόκκινων» δανείων. Συγκεκριμένα θα πρέπει να θεσμοθετηθεί ο εξωδικαστικός συμβιβασμός, η παροχή νομικής προστασίας στα τραπεζικά στελέχη που θα έχουν την ευθύνη για τις αναδιαρθρώσεις - εξυγιάνσεις εταιρειών, η επιτάχυνση των διαδικασιών εκδίωξης μετόχων προβληματικών εταιρειών που δεν είναι συνεργάσιμοι και, τέλος, να πραγματοποιηθούν διορθωτικές αλλαγές στον νόμο που διέπει τη λειτουργία των εταιρειών διαχείρισης μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Αναλυτικότερα, ο εξωδικαστικός συμβιβασμός θα επιταχύνει σημαντικά τις διαδικασίες, αποφεύγοντας τις περιττές και χρονοβόρες δικαστικές ενέργειες. Η παροχή νομικής προστασίας κρίνεται επίσης απαραίτητη, καθώς χωρίς αυτήν δύσκολα τα εμπλεκόμενα τραπεζικά στελέχη θα υπογράψουν τα σχετικά σχέδια, διότι θα βρίσκονται διαρκώς αντιμέτωπα με τον κίνδυνο διώξεων.

Η παράκαμψη των μη συνεργάσιμων μετόχων αποτελεί προϋπόθεση για την επιτάχυνση των διαδικασιών εξυγίανσης, καθώς σε διαφορετική περίπτωση θα υπάρξουν νομικές επιπλοκές και μεγάλες καθυστερήσεις. Τέλος, η διόρθωση του νόμου για τις εταιρείες διαχείρισης NPLs είναι απαραίτητη, καθώς το σημερινό πλαίσιο κρίνεται εξαιρετικά γραφειοκρατικό και αναποτελεσματικό.

Σύμφωνα με τον κ. Πέτερ Ντάτελς, αναπληρωτή διευθυντή νομισματικής πολιτικής και αγορών κεφαλαίου του ΔΝΤ, οι ελληνικές τράπεζες διαθέτουν επαρκή κεφάλαια, ωστόσο θα πρέπει να προχωρήσουν και αυτές σε σημαντικές μεταρρυθμίσεις ώστε να διατηρήσουν την κεφαλαιακή τους επάρκεια στα επιθυμητά επίπεδα.

Η ευρωπαϊκή τραπεζική βιομηχανία πρέπει επειγόντως να εφαρμόσει δραστικές και εκτεταμένες μεταρρυθμίσεις, σε διαφορετική περίπτωση oι τράπεζες θα εξακολουθήσουν να υποφέρουν από χαμηλή κερδοφορία, δεν θα είναι σε θέση να υποστηρίξουν την οικονομική ανάκαμψη και θα αποτελέσουν αποσταθεροποιητικό παράγοντα, προειδοποίησε στην ίδια έκθεση το ΔΝΤ. Παράλληλα, το συνολικό παγκόσμιο χρέος έχει ανέλθει στο ύψος ρεκόρ του 225% του παγκοσμίου ΑΕΠ, τη στιγμή που η επιβράδυνση της οικονομίας καθιστά ολοένα και πιο δύσκολη την εξυπηρέτησή του.

Σύμφωνα με την έκθεση του ΔΝΤ για τη σταθερότητα του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος, οι ευρωπαϊκές τράπεζες βρίσκονται αντιμέτωπες με χρόνιο πρόβλημα χαμηλής κερδοφορίας, το οποίο επιδεινώνεται εξαιτίας των πολύ χαμηλών επιτοκίων δανεισμού. Οπως υπογραμμίζει ο κ. Πέτερ Ντάτελς, πολλές ευρωπαϊκές τράπεζες θα πρέπει να αναδιαρθρώσουν το επιχειρηματικό τους μοντέλο ώστε να μειώσουν τα κόστη τους και να ενισχύσουν την κερδοφορία τους στην εποχή των χαμηλών αποδόσεων. «Στην Ευρωζώνη το υπερβολικά υψηλό επίπεδο των μη εξυπηρετούμενων δανείων και η ύπαρξη διαρθρωτικών προβλημάτων που επηρεάζουν την κερδοφορία καθιστούν επιτακτική την ανάληψη συνολικής δράσης», αναφέρει το ΔΝΤ. Είναι ιδιαιτέρως ανησυχητικό ότι τα προβλήματα που έχει αφήσει πίσω της η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση είναι τόσο σημαντικά, ώστε ακόμη και αν είχαμε σημαντική επιτάχυνση της ανάπτυξης, περίπου το 25% των τραπεζών στις ανεπτυγμένες οικονομίες, τα δύο τρίτα εξ αυτών στην Ευρωζώνη, θα παρέμενε τόσο αδύναμο ώστε δεν θα μπορούσε να υποστηρίξει την οικονομία και θα ήταν ευάλωτο στην πρώτη μελλοντική κρίση. Η λύση που προτείνει το ΔΝΤ είναι οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να ενισχύσουν τον πτωχευτικό κώδικα, ώστε οι τράπεζες να μπορούν να προβαίνουν σε ταχύτερη κατάσχεση των εγγυήσεων που έχουν δοθεί για τη χορήγηση δανείων. Παράλληλα θα πρέπει να υπάρξουν συγχωνεύσεις στην τραπεζική βιομηχανία, μείωση των τραπεζικών υποκαταστημάτων και στροφή προς την ηλεκτρονική τραπεζική. Αν υπάρξουν αυτές οι μεταρρυθμίσεις, οι τράπεζες της Ευρωζώνης θα μπορούσαν να μετατρέψουν πιθανές καθαρές κεφαλαιακές απώλειες 80 δισ. ευρώ σε κέρδη 60 δισ. ευρώ. Ιδιαίτερα ευνοημένες θα ήταν οι ελληνικές και οι ιταλικές τράπεζες.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ