Απόστολος Λακασάς ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΛΑΚΑΣΑΣ

Τα πολλά «ψιλά γράμματα» στα μεταπτυχιακά

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Το θέμα των μεταπτυχιακών σπουδών στην Ελλάδα είναι πολύπτυχο (τόσο για την πορεία της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης όσο και ευρύτερα για την ανάπτυξη της χώρας) και, ευτυχώς, «δεν πουλάει» όσο π.χ. οι αλλαγές στα Θρησκευτικά ή την Ιστορία, έτσι αποτρέπονται φωνές που στέκονται στον αφρό και τους «εμπορικούς» τίτλους, διαμαρτυρόμενες για την προωθούμενη κατάργηση των διδάκτρων στα μεταπτυχιακά. Ως εκ τούτου, αποπροσανατολίζει κάποιος όταν –σε μια προσπάθεια να υποστηρίξει το σχετικό νομοσχέδιο του υπουργείου Παιδείας διά χειρός της αρμοδίας Σίας Αναγνωστοπούλου– εστιάζει στις ακραίες περιπτώσεις διδάκτρων (π.χ. 10.000 - 15.000), την ίδια στιγμή που από τα 735 υφιστάμενα μεταπτυχιακά τα 524 έχουν δίδακτρα και εξ αυτών τα 238 από 2.000 έως 4.000 ευρώ.

Οι κάτοχοι μεταπτυχιακών τίτλων παρουσιάζονται ως «ο πλούτος της χώρας», ένας χαρακτηρισμός με αρκετή δόση υπερβολής. Και αυτό διότι πλέον ευκολότερα βρίσκεις κάποιον με μεταπτυχιακό τίτλο παρά με βαθμό πτυχίου άριστα. Βέβαια, η μεγάλη ζήτηση για μεταπτυχιακές σπουδές δεν οφείλεται στις επιλογές των πτυχιούχων, αλλά κυρίως στις ακαδημαϊκές αδυναμίες των πτυχίων τους. Τούτο οφείλει πρωτίστως να προβληματίσει το υπουργείο Παιδείας, τα πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ.

Η απαξίωση του πρώτου πτυχίου οδηγεί τους νέους να κυνηγούν μία θέση στα μεταπτυχιακά προγράμματα. Χαρακτηριστικά, μαθαίνω ότι σε μεγάλο πανεπιστήμιο της χώρας, σε μεταπτυχιακό πρόγραμμα για την Ειδική Αγωγή κατατέθηκαν περίπου 600 αιτήσεις για συνολικά 55 θέσεις. Την ίδια στιγμή, πολλοί νέοι κάνουν αιτήσεις ακόμη σε τρία ταυτόχρονα μεταπτυχιακά προγράμματα, με διαφορετικό αντικείμενο το καθένα, ώστε να αυξήσουν τις πιθανότητες να γίνουν δεκτοί σε κάποιο. Υπάρχουν πολλοί που πιστεύουν ότι αυτή η τριπλή επιλογή υπαγορεύθηκε με ακαδημαϊκούς όρους;

Η ηγεσία του υπουργείου Παιδείας οφείλει να λάβει υπόψη της ότι οι ενδιαφερόμενοι επιλέγουν μεταπτυχιακά προγράμματα με κριτήριο τη σχέση κόστους και οφέλους και άρα δεν μπορεί παρά η αξιολόγηση των προγραμμάτων να γίνει με όρους ποιότητας. Το υπουργείο έχει την αρμοδιότητα και όχι τα Ιδρύματα, όπως υποστηρίζουν τα ίδια. Ορθώς η Σύνοδος των Πρυτάνεων σε ένα σκέλος της κριτικής της υποστηρίζει ότι «το υπουργείο δεν προβλέπει ακαδημαϊκά κριτήρια και διαδικασίες αξιολόγησης των μεταπτυχιακών προγραμμάτων». Αλλά γιατί το κατηγορούν ότι «δεν λαμβάνει υπόψη του το υπάρχον τοπίο της μεταπτυχιακής εκπαίδευσης, το οποίο έχει προκύψει με βάση την επιστημονική ιδιαιτερότητα και την ακαδημαϊκή ιστορία κάθε Ιδρύματος και περιλαμβάνει πολλά αξιόλογα και διεθνώς αναγνωρισμένα προγράμματα»; Ποια είναι αυτή η επιστημονική ιδιαιτερότητα των ελληνικών πανεπιστημίων και ΤΕΙ; Ποια απάντηση δίνουν τα ΑΕΙ/ΤΕΙ στην κριτική ότι στα περισσότερα μεταπτυχιακά οι αμοιβές αποτελούν το 60% των λειτουργικών εξόδων; Μήπως ότι τα θέλουν όλα δικά τους, και αυτοδιοίκητο και αξιολόγηση και χρήματα;

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ