Αθανάσιος Έλλις ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΕΛΛΙΣ

Υποψήφιοι αντιπρόεδροι κατώτεροι των περιστάσεων

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Εδώ και μήνες όλοι έχουν επικεντρώσει την προσοχή τους στη Χίλαρι Κλίντον και  στον  Ντόναλντ  Τραμπ. Είναι λογικό. Είναι οι δύο μεγάλοι αντίπαλοι. Οι δύο υποψήφιοι πρόεδροι.

Επιπροσθέτως, είναι ιδιαίτερα δυνατές προσωπικότητες. Η πρώτη γυναίκα υποψήφια μεγάλου κόμματος για την προεδρία της Αμερικής, με μια ξεχωριστή σταδιοδρομία: Πρώτη Κυρία, γερουσιαστής, υπουργός Εξωτερικών. Ο αντίπαλός της, ένας εκκεντρικός αθυρόστομος, αντισυστημικός, δισεκατομμυριούχος, που φοβίζει τη διεθνή κοινότητα.

Το συγκεκριμένο δίδυμο είναι εξαιρετικά «συναρπαστικό» και επισκιάζει όλες τις άλλες αναμετρήσεις. Οχι μόνο τις εκλογές για τη Γερουσία και για τη Βουλή, αλλά και τη σύγκρουση μεταξύ των δύο υποψηφίων για την αντιπροεδρία. Με παραδοσιακούς όρους ανάλυσης των αμερικανικών προεδρικών εκλογών, είναι κάτι αναμενόμενο. Αλλά αυτή τη φορά οι υποψήφιοι αντιπρόεδροι έχουν μεγαλύτερη σημασία από άλλες στο παρελθόν.

Πρώτον, δεν μπορεί κανείς να παραγνωρίσει τον παράγοντα της ηλικίας. Οποιος και αν κερδίσει στις εκλογές, η Αμερική θα έχει ως πρόεδρο έναν άνθρωπο εβδομήντα ετών. Με δεδομένο το εξαιρετικά απαιτητικό πρόγραμμα του ηγέτη της μόνης υπερδύναμης, ο ρόλος του αντιπροέδρου αποκτά εκ των πραγμάτων μια άλλη διάσταση. Με το ίδιο σκεπτικό και η κατάσταση της υγείας της Κλίντον έχει καταστεί παράμετρος των εκλογών. Ετσι, η πρώτη και μοναδική τηλεμαχία ανάμεσα στον Δημοκρατικό υποψήφιο αντιπρόεδρο Τιμ Κέιν και τον Ρεπουμπλικανό αντίπαλό του Μάικ Πενς, είχε ιδιαίτερη σημασία. Και οι δύο είχαν ως στόχο να πείσουν όχι μόνον ότι ο υποψήφιος πρόεδρος είναι καλύτερος του αντιπάλου, αλλά και ότι οι ίδιοι είναι έτοιμοι να τον ή την αντικαταστήσουν στην προεδρία εάν οι συνθήκες το επιβάλλουν.

Για όποιον έχει παρακολουθήσει ανάλογες αναμετρήσεις υποψηφίων αντιπρόεδρων, οι κ. Κέιν και Πενς ήταν απογοητευτικοί. Δεν ενθουσίασαν και δεν έπεισαν. Ο Ρεπουμπλικανός κυβερνήτης της Ιντιάνα εμφανίσθηκε πιο ήρεμος, με ήπιο λόγο, εκπέμποντας μια αίσθηση νηφαλιότητας, εμπειρίας και γνώσης, που λείπει από τον Ντόναλντ Τραμπ. Υπό αυτό το πρίσμα η παρουσία του ίσως και να λειτούργησε υποβοηθητικά στην υποψηφιότητα Τραμπ.

Ο Δημοκρατικός γερουσιαστής της Βιρτζίνια, είχε άγχος, διέκοπτε συνέχεια τον αντίπαλό του και σίγουρα δεν βοήθησε τη Χίλαρι. Αυτό που είναι σίγουρο είναι πως και οι δύο εμφανίσθηκαν κατώτεροι των περιστάσεων. Ηταν και οι δύο άχρωμοι και «λίγοι».

Σε ό,τι αφορά την ουσία, συγκρούσθηκαν για τις σχέσεις με τη Ρωσία, τον πόλεμο στη Συρία, την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας, τη διαχείριση των εκατομμυρίων παράνομων μεταναστών, τις φυλετικές σχέσεις, το δικαίωμα στην έκτρωση, τη δημοσιοποίηση των φορολογικών δηλώσεων του Τραμπ, τη διασφάλιση της βιωσιμότητας του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης. Αλλά η στήλη δεν επικεντρώνεται στις θέσεις τους –αυτές ήταν γνωστές και καθορίζονται από τους υποψηφίους προέδρους– αλλά στην προσωπικότητά τους.

Για δεκαετίες οι αντιπρόεδροι δεν έπαιζαν κάποιο ιδιαίτερο ρόλο πέρα από το να προσφέρουν στο δίδυμο προέδρου-αντιπροέδρου μια ισορροπία, γεωγραφική (εκπροσώπηση διαφορετικών πολιτειών) ή ιδεολογική (ο ένας περισσότερο συντηρητικός ή φιλελεύθερος, ο άλλος μετριοπαθής). Οι αντιπρόεδροι δεν βρίσκονταν στον σκληρό πυρήνα της λήψης αποφάσεων. Αυτό άλλαξε με τον Αλ Γκορ στην κυβέρνηση του Μπιλ Κλίντον, όπου για πρώτη φορά είχαμε μια τόσο ενεργό συμμετοχή αντιπροέδρου στην άσκηση της εξουσίας. Στη συνέχεια, ο Ντικ Τσένι ήταν αναμφισβήτητα ο «ισχυρός άνδρας» της κυβέρνησης Μπους, ίσως περισσότερο και από τον ίδιο τον πρόεδρο, ενώ και ο Τζο Μπάιντεν είναι ένας πολύ ενεργός αντιπρόεδρος. Υπό αυτό το πρίσμα, η εμφάνιση των δύο υποψηφίων για την αντιπροεδρία σε αυτές τις εκλογές ήταν απογοητευτική. Εξ αντικειμένου είναι και ανησυχητική. Ας μην ξεχνάμε ότι ένας από τους δύο θα βρίσκεται μια ανάσα από την ηγεσία της σημαντικότερης χώρας του κόσμου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ