ΒΙΒΛΙΟ

Παλιοί μύθοι σε νέα μορφή

ΑΝΝΥ ΚΟΛΤΣΙΔΟΠΟΥΛΟΥ

Σκηνή από την παράσταση «Young Lear», που επαναλαμβάνεται στο θέατρο Θησείο.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΙΟΛΗ ΑΝΔΡΕΑΔΗ
Young Lear
σκηνική σύνθεση εμπνευσμένη
από τον Βασιλιά Ληρ του Σαίξπηρ)
σκηνοθ.: Ιόλη Ανδρεάδη
θέατρο: Θησείον

DON NIGRO
Τσούχτρες
σκηνοθ.: Μ. Αδαμάκη - Μ. Κατσανδρή
θέατρο: Αγγέλων Βήμα

Η επανάληψη της παράστασης του «Young Lear» συνδέει κατά κάποιον τρόπο το Φεστιβάλ Αθηνών του καλοκαιριού που πέρασε με την 400ή επέτειο του θανάτου του Σαίξπηρ που επίσης πέρασε (23/4/16) αλλά δίνει σαιξπηρική χροιά σε ολόκληρη τη σεζόν 2016-17.

Μέσα σε μια επιδημία παραχάραξης κλασικών έργων και συγγραφέων στο όνομα ενός παρωχημένου «μεταμοντερνισμού», σπεύδω να τονίσω πως η ιδέα και η γραφή της Ιόλης Ανδρεάδη με συνεργάτη τον Αρη Ασπρούλη είναι τίμια, διαυγής και τολμηρή. Εκαναν επιλεκτική μεταγραφή μέρους του Βασιλιά Ληρ, υπηρετώντας τη δική τους επαναπροσέγγιση με όρους οικονομικούς και ματιά κοινωνικο-ανθρωπολογική.

Πέντε αδέλφια (δύο αδελφοί, τρεις αδελφές) αδημονούν στον προθάλαμο ενός χειρουργείου να μάθουν την έκβαση της κρισιμότατης επέμβασης στην οποία υποβάλλεται ο ηλικιωμένος, προφανώς δεσποτικός, πατέρας τους. Ξαφνικά, ο μεγαλύτερος γιος (Εντγκαρ) ανεβαίνει σε μια καρέκλα και βγάζοντας από τις τσέπες ένα μενταγιόν και έναν χάρτη, αναλαμβάνει τον ρόλο του πατέρα στο συμβολικό οικογενειακό παιχνίδι που συνήθιζαν πριν από χρόνια, δηλαδή το εν ζωή μοίρασμα του βασιλείου που κάνει ο Ληρ στις πραγματίστριες και άπονες κόρες του (Γονερίλη και Ρεγάνη) εκμαιεύοντας τερατώδεις κολακείες που του αρέσουν, ενώ διώχνει αποκληρώνοντας την τρίτη (Κορντέλια), καθώς αρνείται ψεύτικες κολακείες στον πατέρα που, αν και παλιά τυραννικός και τώρα ιδιότροπος, τιμά και αγαπά. Ο δεύτερος γιος (ο νόθος Εντμουντ) διαβάζει δήθεν εφημερίδα παραμονεύοντας τις εξελίξεις για ν’ αρχίσει τις δολοπλοκίες του. Στον προθάλαμο, και ένας Αλλος

Αντρας, σαν ζητιάνος. Μπορεί να ενσαρκώνει τον τρελό του Ληρ, τον μεταμφιεσμένο σε Τρελοτόμ, σαιξπηρικό Εντγκαρ ακόμα και τον βασιλιά της Γαλλίας, σύζυγο της άπροικης Κορντέλια.

Τα δύο επίπεδα στα οποία γράφτηκε το έργο, ένα σημερινό κι ένα μέσα από τα σαιξπηρικά αποσπάσματα, λειτουργούν και συμπορεύονται τόσο νοηματικά όσο κι ερμηνευτικά κερδίζοντας το δύσκολο στοίχημα. Αυτό, φοβάμαι, χάνεται μόνο στο βεβιασμένο φινάλε με τη βουβή εμφάνιση ενός χειρουργού και την απροσδιόριστη αμηχανία σε σκηνή και πλατεία.

Ερμηνευτικά, ο θίασος ανταποκρίθηκε καλά ώς εξαιρετικά με τις: Ελεάνα Καυκαλά, Χρηστίνα Γαρμπή, Μαρία Προϊστάκη (πρώτη, δεύτερη, τρίτη κόρη αντίστοιχα), τον Θύμιο Κούκιο (δεύτερο γιο/ Εντμουντ), τον Γιώργο Κισσανδράκη (τρελό), τον στοχαστικό, εξαιρετικής ευαισθησίας Μιλτιάδη Φιορέντζη στον πολύ δύσκολο ρόλο του Πρώτου γιου/Ληρ, όπου κατάφερε, έστω με ειρωνική εκφορά ποίησης και συναισθήματος, να ισορροπήσει ανάμεσα στο ζοφερό παιχνίδι των οικογενειακών «δεσμών», της αναστρέψιμης σχέσης εξουσίας γονιών-παιδιών και στην ιστορία των ανθρώπων, που είτε φορούν κορώνα είτε κουρέλια πρέπει να τυφλωθούν στα μάτια ή στον νου για να μάθουν να βλέπουν.

Θρίλερ στη στριφτή σκάλα

Δεν ξέρω αν το όνομα του πολυγραφότερου εν ζωή Αμερικανού θεατρικού συγγραφέα και σεναριογράφου προφέρεται Νάιγκρο ή Νίγκρο ή αν είναι ψευδώνυμο, πάντως ο 67χρονος, καστανόξανθος συγγραφέας, μαγειρεύει έργα από το τίποτε (πάνω από 400) με εμφανείς επιδράσεις από πολλούς κλασικούς και νεότερους Ευρωπαίους συγγραφείς.

Στις «Τσούχτρες» καταπιάνεται με ένα παροιμιώδες κουτσομπολιό του Χόλιγουντ και του Μπρόντγουεϊ, το θρυλικό μίσος μεταξύ Μπέτι Ντέιβις και Τζόαν Κρόφορντ που κορυφώθηκε στα γυρίσματα της ταινίας του Ολντριτς  (1962). Τι απέγινε η Μπέιμι Τζέιν; (Το ίδιο θέμα θα παρουσιαστεί σε οκτώ τηλεοπτικά επεισόδια με τις Τζέσικα Λανγκ και Σούζαν Σάραντον το 2017).

Το δραστήριο Αγγέλων Βήμα επέλεξε το πρωτοπαιζόμενο στην Ελλάδα έργο ως εναρκτήριο μιας πλούσιας και ψαγμένης σεζόν. Οι κομψές παρουσίες και καταξιωμένες σκηνικές προσωπικότητες Μίνα Αδαμάκη και Μαρία Κατσανδρή αυτο- και αλληλο- σκηνοθετούνται πρωταγωνιστώντας σ’ αυτό το δραματουργικά μέτριο αλλά πονηρό νουάρ με τους καυστικούς διαλόγους, τα παροιμιώδη λογο-μαχαιρώματα, τους θριλερικούς υπαινιγμούς (μετάφραση, Μ. Δαλαμάγκα-Καλογήρου) και την εξαιρετική σκηνή απονομής Οσκαρ με τις δύο γηράσκουσες ντίβες Ρούθι και Μίλντρεντ να «αναπαριστούν» απολαυστικά (ιδίως η Κατσανδρή) ιστορικές στιγμές του θεσμού.

Αν έχω μια σοβαρή αντίρρηση είναι η αυτοσκηνοθεσία, ιδίως της Μίνας Αδαμάκη, που καταφεύγει στη χαρακτηριστική μανιέρα (να μιλάει σαν τσιριχτή τραβεστί), ενώ σκηνοθετούμενη έχει κατακτήσει εξαιρετική γκάμα στη καριέρα της.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ