ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Οι κεντρικές τράπεζες χρειάζονται νέα φαρέτρα

BALAZS KORANYI, LEIKA KIHARA / REUTERS

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η εταιρεία του Στέφαν Μέλερ στη Φρανκφούρτη παράγει καπέλα του μπέιζμπολ. Οπότε, θεωρητικά, δεν θα χρησίμευε ως αντιπροσωπευτικό παράδειγμα των σημερινών καταναλωτικών συνηθειών που θα μπορούσαν να προκαλέσουν αλλαγή στη νομισματική πολιτική των ανεπτυγμένων οικονομιών. Η τεχνολογική πρόοδος επιτρέπει στον κ. Μέλερ να προσαρμόζει τα σχέδια των καπέλων στις προτιμήσεις των πελατών, μειώνοντας τις δαπάνες και ενισχύοντας το περιθώριο κέρδους της εταιρείας του. Εχοντας αποκτήσει τον κατάλληλο τεχνολογικό εξοπλισμό, δεν υπάρχει ανάγκη για περισσότερες επενδύσεις, μια τάση που εάν εξαπλωθεί θα δυσκολέψει πολύ τις κεντρικές τράπεζες να τονώσουν την ανάπτυξη και τον πληθωρισμό. Ηδη οι κεντρικοί τραπεζίτες έχουν εξαντλήσει τα περιθώρια επιλογής για την επίτευξη αυτού του στόχου, με τη μείωση του βασικού επιτοκίου στο μηδέν ή ακόμη και με αρνητικό πρόσημο.

«Μπορώ να δώσω εντολή για την παραγωγή μόνον ενός καπέλου και να αλλάξω το σχέδιο για την εκτέλεση της επόμενης παραγγελίας», δήλωσε ο κ. Μέλερ. «Στη σύγχρονη εποχή έχουμε μεγαλύτερη ευελιξία και έτσι η μοναδική επένδυση που πρέπει να κάνω αφορά τον τομέα των πωλήσεων».

Αν και τα χαμηλά επιτόκια των κεντρικών τραπεζών έχουν μειώσει το κόστος χρηματοδότησης των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων και έχουν αποτρέψει τις αποταμιεύσεις, η αύξηση των δανείων στην πραγματική οικονομία παραμένει στο 2% τόσο στην Ιαπωνία όσο και στην Ευρωζώνη.

Αυτό σημαίνει ότι δεν μεταφέρονται τα οφέλη της νομισματικής πολιτικής στην πραγματική οικονομία. Αυτά τα σημάδια που δείχνουν ότι οι κεντρικές τράπεζες χάνουν την επιρροή τους στον πληθωρισμό και στην ανάπτυξη θέτουν εν αμφιβόλω τον βασικό άξονα της νομισματικής πολιτικής: τον στόχο για τον πληθωρισμό. Οι επιπλοκές αυτής της νέας πραγματικότητας είναι ένα από τα βασικά θέματα προς συζήτηση στην ατζέντα της φθινοπωρινής Συνόδου του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, που πραγματοποιείται αυτήν την εβδομάδα στην Ουάσιγκτον. Οι κεντρικοί τραπεζίτες μοιράζονται την πεποίθηση ότι έχουν επωμισθεί μεγάλο μέρος της ευθύνης για την τόνωση της ανάπτυξης και του πληθωρισμού. Είναι καιρός να παρέμβουν οι κυβερνήσεις με δημοσιονομικά μέτρα στήριξης.

Το πρόβλημα γίνεται εντονότερο από τη δυσανάλογη ανάπτυξη του κλάδου παροχής υπηρεσιών σε σχέση με τις υπόλοιπες κατηγορίες οικονομικής δραστηριότητας και με τη μεγάλη πρόοδο της τεχνολογίας που βρίσκει απροετοίμαστες τις κυβερνήσεις. Επίσης υπάρχει και το πρόβλημα της μεγάλης αύξησης των συνταξιούχων στον ανεπτυγμένο κόσμο.

Ολοι αυτοί οι παράγοντες αποθαρρύνουν τις επενδύσεις και παροτρύνουν τον κόσμο να αποταμιεύει τα χρήματά του αντί να τα ξοδεύει, με αποτέλεσμα να παρατηρείται ανάσχεση στην ανάπτυξη και αύξηση των τιμών σε αγαθά και προϊόντα. Και όσο οι κεντρικές τράπεζες επεκτείνουν τα μέτρα ποσοτικής χαλάρωσης, τόσο ελλοχεύουν κίνδυνοι για τη δημιουργία «φούσκας» στις αγορές ακινήτων και στα χρηματιστήρια.

«Τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε σήμερα είναι η πτώση της παραγωγικότητας, η επιβράδυνση των ρυθμών αύξησης του πληθυσμού και η άνοδος του ορίου διαβίωσης. Ως αποτέλεσμα έχουν αλλάξει οι μηχανισμοί και τα εργαλεία των κεντρικών τραπεζών, διότι ζούμε σε έναν πολύ διαφορετικό κόσμο», λέει ο Μπόστιαν Γιάζμπεκ της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Τέσσερις στις πέντε θέσεις εργασίας που έχουν δημιουργηθεί στην Ευρώπη λόγω της κρίσης δημόσιου χρέους εντοπίζονται στον κλάδο υπηρεσιών, ενώ η παραγωγικότητα παρέμεινε αμετάβλητη στα προ κρίσης επίπεδα. Τέλος, επιφανείς οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι οι τρέχουσες καταναλωτικές συνήθειες μπορεί να αλλάξουν σε περίπου 10 με 15 έτη – χρονικό διάστημα που ξεπερνάει κατά πολύ τον ορίζοντα ενός σχεδίου της νομισματικής πολιτικής.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ