Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Η Ιστορία και η παρωδία της

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

«​Σε πλήρη ρήξη οδηγήθηκαν οι σχέσεις Εκκλησίας - Πολιτείας, μετά την απόφαση της Ιεραρχίας να προχωρήσει στην οργάνωση δυναμικών εκδηλώσεων για το θέμα των ταυτοτήτων. Η απόφαση της Ιεραρχίας να διοργανώσει δύο συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας, μία στη Θεσσαλονίκη στις 14 Ιουνίου και μία στην Αθήνα στις 21 Ιουνίου, δεν αλλάζει τη στάση της κυβέρνησης, η οποία τελεσίδικα έκλεισε το θέμα. Τόσο ο πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης όσο και ο υπουργός Παιδείας Πέτρος Ευθυμίου κατέστησαν σαφές προς την Ιεραρχία ότι η κυβέρνηση δεν πρόκειται να δεχθεί συζήτηση για τις ταυτότητες και έκλεισαν έτσι την πόρτα σε κάθε αίτημα διαλόγου επ’ αυτού με την Ιεραρχία. Οπως αναμενόταν, η Ιεραρχία ζήτησε ραντεβού από τον πρωθυπουργό». Ο Κ. Σημίτης απάντησε ότι «επί του θέματος των ταυτοτήτων δεν υπάρχει θέμα συζήτησης και συστήνει να επικοινωνήσετε με τον αρμόδιο υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων». Ο Π. Ευθυμίου απάντησε ότι «δεν έχω αντίρρηση να συναντηθώ με τον Μακαριώτατο (σ.σ. Χριστόδουλο), αλλά όχι για το θέμα των ταυτοτήτων, για το οποίο η θέση της κυβέρνησης είναι δεδομένη».Το απόσπασμα είναι από ρεπορτάζ της εφημερίδας «Τα Νέα» με ημερομηνία 7/6/2000. Η επιστροφή στο παρελθόν βοηθάει καμιά φορά στο φρεσκάρισμα της μνήμης όχι τόσο ως προς το ζήτημα στο οποίο αναφερόμαστε, αλλά ως προς τις αποχρώσεις, τις επιμέρους κινήσεις και τους χειρισμούς, μέσα από τα οποία αποδεικνύεται και στην πράξη το... «συγκριτικό πλεονέκτημα». Προς αποφυγήν παρεξηγήσεων: εστιάζουμε σε ένα και μόνο γεγονός, δεν υμνωδούμε μια οκταετή πολιτική περίοδο.

Η στάση της κυβέρνησης Σημίτη (και του αρμόδιου υπουργού Δικαιοσύνης, Μιχάλη Σταθόπουλου) βρήκε λίγους υποστηρικτές μέσα στο κόμμα του και ακόμα λιγότερους στα κόμματα της αντιπολίτευσης. Παρ’ όλα αυτά παρέμεινε σταθερή και αμετακίνητη, χωρίς να υποχωρεί μπροστά στο πολιτικό κόστος. «Αν και υπουργοί διαβεβαίωναν τον Αρχιεπίσκοπο ότι δεν τίθεται θέμα, ο τότε πρωθυπουργός Κ. Σημίτης ξεκαθάρισε στη Βουλή ότι το θρήσκευμα δεν θα αναγραφόταν στις νέες ταυτότητες. Ο πόλεμος που θα οδηγούσε στη συγκέντρωση υπογραφών από την Εκκλησία ζητώντας δημοψήφισμα, μόλις άρχιζε», γράφει η «Κ» σε μεταγενέστερο άρθρο της (29/01/2008). Τον Αύγουστο του 2001, ο Αρχιεπίσκοπος επισκέφθηκε τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωστή Στεφανόπουλο ζητώντας τη διενέργεια δημοψηφίσματος (είχε συγκεντρώσει περισσότερες από τρία εκατομμύρια υπογραφές πιστών). «Ωστόσο, με ανακοίνωση της Προεδρίας της Δημοκρατίας η υπόθεση έκλεισε», όπως διαβάζουμε, αφού «οι εκτός νομοθετημένης διαδικασίας συλλεγείσες υπογραφές δεν είναι δυνατόν να ανατρέψουν τις διατάξεις του Συντάγματος».

Δεν χρειάζεται ίσως να ανακαλέσουμε στη μνήμη και το «οπλοστάσιο» του μακαριστού. Ισχυριζόταν ότι η κυβέρνηση προστάχθηκε «από νεο-διανοούμενους που θέλουν να μας επιτεθούν σαν σκυλιά και να μας κόψουν τις σάρκες». Οι «προοδευτικάριοι», οι «θιασώτες της Ευρώπης», η «ιντελιγκέντσια», είχαν καταδικαστεί στο πυρ το εξώτερον και βέβαια, πώς να ξεχάσει κανείς, ότι από την εξέδρα του Συντάγματος ο μητροπολίτης έσειε αντίγραφο του λαβάρου της Επαναστάσεως του 1821, που μετέφερε από την Αγία Λαύρα ο μητροπολίτης Καλαβρύτων...

Αλλαγή σκηνικού, Οκτώβριος 2016: ύστερα από διάφορες επικοινωνιακές στρακαστρούκες, με αιχμή το μάθημα των Θρησκευτικών, η κυβέρνηση Αλέξη Τσίπρα - Πάνου Καμμένου, παρουσία και του υπουργού Παιδείας Νίκου Φίλη, συναντήθηκαν με τον Αρχιεπίσκοπο κ. Ιερώνυμο. Και οι δύο πλευρές συμφώνησαν ότι η ένταση που σημειώθηκε το τελευταίο διάστημα οφειλόταν σε «παρεξήγηση, η οποία λύθηκε».
Η Ιστορία και η παρωδία της, είναι ο τίτλος του άρθρου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ