ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

Ο κατάσκοπος που κέρδισε ολυμπιακό μετάλλιο

ΣΠΥΡΙΔΟΥΛΑ ΣΠΑΝΕΑ

Το άθλημα της σκοποβολής του έδινε τη δυνατότητα να ταξιδεύει συνέχεια χωρίς να προκαλεί υποψίες.

Το όνομά του δεν ήταν Τζέιμς Μποντ αλλά Αρθουρ Τζάκσον. Δεν κυκλοφορούσε με αεροδυναμικά αυτοκίνητα αλλά, αντίθετα, υπήρχαν περίοδοι στη ζωή του που δεν είχε να πάρει ούτε πυρομαχικά. Δεν συνοδευόταν από ωραίες γυναίκες. Ηταν παντρεμένος και πατέρας πέντε παιδιών. Δεν είχε εντυπωσιακά όπλα αλλά όταν πυροβολούσε έβρισκε πάντα στόχο. Η ζωή του Αρθουρ Τζάκσον μπορεί να ξεπερνάει και τη φαντασία των σεναριογράφων κατασκοπευτικών ταινιών και, ίσως, γι’ αυτό δεν έχει μεταφερθεί στη μεγάλη οθόνη με τίτλο «Ολυμπιονίκης και κατάσκοπος».

Ο Αρθουρ Τσαρλς Τζάκσον, όπως ήταν το πλήρες όνομά του, γεννήθηκε στις 15 Μαΐου 1918, στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης. Τότε, το «Μεγάλο Μήλο» δεν θύμιζε σε τίποτα τη σημερινή μεγαλούπολη. Επρόκειτο για μία πόλη γεμάτη άδεια οικόπεδα όπου η κατοχή όπλου ήταν αποδεκτή από όλα τα κοινωνικά στρώματα. Ο Αρθουρ Τζάκσον γεννήθηκε σε μια φτωχή οικογένεια και τόσο αυτός όσο και ο αδελφός του, ο Αλμπερτ, βρέθηκαν να δουλεύουν σχεδόν από την παιδική ηλικία. Ο πατέρας τους είχε πεθάνει και η μητέρα για να ζήσει τα παιδιά της νοίκιαζε τα δωμάτια του σπιτιού τους.

Στα πρώτα εφηβικά χρόνια, ο Αρθουρ γνώρισε τα όπλα και τη σκοποβολή και ο... έρωτας υπήρξε κεραυνοβόλος. Αυτά, όμως, που δεν υπήρχαν ήταν τα χρήματα για να ασχοληθεί με το σπορ. Από τις διάφορες μικροδουλειές, όπου εργαζόταν, δεν κατάφερνε να συγκεντρώσει το απαραίτητο ποσό. Στο Τεχνικό Λύκειο παρακολουθούσε και μαθήματα σκοποβολής αλλά δεν είχε να πληρώσει τα 15 λεπτά για αγορά πυρομαχικών. Ηταν η εποχή του οικονομικού κραχ. Χρηματιστές πούλαγαν μήλα σε γωνίες για να επιβιώσουν και τα 15 σεντς θεωρούνταν σημαντικό ποσό.

Ο Αρθουρ Τζάκσον, όμως, λάτρευε τη σκοποβολή. Για να μπει στη σχολική ομάδα έκανε οικονομίες για ένα χρόνο ώστε να αγοράσει πυρομαχικά. Ζήτησε από τη μητέρα του αντί για ρούχα να του αγοράσει ένα όπλο.

Και όταν κατάφερε να βρεθεί με εξοπλισμό, αμέσως φάνηκε το ταλέντο του. Το 1934 κατέκτησε τις πρώτες διακρίσεις και το 1936 θριάμβευσε σε τοπικούς και σχολικούς αγώνες. Οταν τελείωσε το Λύκειο έπιασε δουλειά στην General Motors, στο γραφείο αλληλογραφίας, θέση από την οποία απολύθηκε όταν είπε με ειλικρίνεια στον προϊστάμενό του ότι έψαχνε για μία καλύτερη δουλειά. Τα επόμενα χρόνια εργάστηκε σε διάφορες εργασίες ενώ, παράλληλα, o Μόρις Φίσερ, κάτοχος πέντε χρυσών ολυμπιακών μεταλλίων, είχε αναλάβει την εκπαίδευσή του στη σκοποβολή. Κι ενώ πάνω από την Ευρώπη συγκεντρώνονταν τα πρώτα σύννεφα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Αρθουρ Τζάκσον περνούσε τις ημέρες του προσπαθώντας να βρίσκει όσο το δυνατόν περισσότερα πυρομαχικά ώστε να προπονείται στο αγαπημένο του άθλημα.

Αγωνιζόταν σε τοπικούς ή εθνικούς και τα έπαθλα γέμισαν γρήγορα τους τοίχους του σπιτιού του.

Οταν άρχισε ο Πόλεμος, ο Αρθουρ Τζάκσον ήθελε να καταταγεί στην Πολεμική Αεροπορία αλλά αυτό δεν ήταν εύκολο, καθώς σε μάχιμη θέση υπηρετούσε και ο αδελφός του. Τελικά, χάρη στις γνωριμίες που είχε από τη σκοποβολή κατάφερε το 1944 να βρεθεί στο Σώμα που ήθελε. Ειδικεύτηκε στον χειρισμό των συστημάτων βομβών. Τον επόμενο χρόνο, ο νεαρός αθλητής της σκοποβολής βρέθηκε με το αεροπλάνο του στο πολεμικό μέτωπο του Ειρηνικού. Πήρε μέρος σε πολλές πολεμικές επιχειρήσεις πάνω από την Ιαπωνία και έμεινε εκεί μέχρι τις 2 Σεπτεμβρίου 1945, ημερομηνία κατά την οποία στη γέφυρα του θωρηκτού «Μιζούρι» υπεγράφη η άνευ όρων παράδοση της Ιαπωνίας.

Η επιμονή που έγινε διάκριση

Το 1946 ο Αρθουρ Τζάκσον αποστρατεύθηκε ως σμηναγός. Το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να αρχίσει τις προπονήσεις. Οι επιτυχίες του στη σκοποβολή του πρόσφεραν μία υποτροφία για να σπουδάσει φωτογραφία αλλά και μία θέση στην ολυμπιακή ομάδα των Ηνωμένων Πολιτειών, η οποία ετοιμαζόταν για τους θερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες του 1948.

Στο Λονδίνο, ο Αρθουρ Τζάκσον δεν κατάφερε κάτι καλύτερο από τη 16η θέση στο τουφέκι τριών θέσεων. Επέστρεψε στην Αμερική και συνέχισε την προετοιμασία. Η επιμονή του δικαιώθηκε την επόμενη χρονιά. Στο παγκόσμιο πρωτάθλημα του 1949 κατέκτησε το πρώτο από τα χρυσά μετάλλιά του, στο τουφέκι πρηνηδόν στο ατομικό, ενώ με την ομάδα της Αμερικής ανέβηκε στη δεύτερη θέση του βάθρου στο ίδιο όπλο. Το 1950, ο Αρθουρ Τζάκσον αρνήθηκε καλοπληρωμένη θέση σε μια οπλοβιομηχανία διότι δεν θα μπορούσε να προπονείται και να αγωνίζεται. Η συλλογή των μεταλλίων συνεχίστηκε τα επόμενα χρόνια τόσο σε παγκόσμιο όσο και σε παναμερικανικά πρωταθλήματα. Το 1951, η Πολεμική Αεροπορία των ΗΠΑ επιστράτευσε τον αθλητή για να εκπαιδεύσει την ομάδα της στη σκοποβολή. Ο αθλητής, παράλληλα, προπονείτο και για τη συμμετοχή στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1952. «Οταν έφτασα στο Ελσίνκι, το πρώτο που μου έκανε εντύπωση ήταν οι πολλές ώρες που διαρκούσε η μέρα. Θυμάμαι την Τελετή Εναρξης αλλά και τους αθλητές της Σοβιετικής Ενωσης. Είχαν προετοιμαστεί καλά και κατέκτησαν πολλά μετάλλια», δήλωσε, ύστερα από χρόνια. Από το Ελσίνκι ο Τζάκσον έφυγε με το χάλκινο μετάλλιο στα 50 μ. τουφέκι πρηνηδόν. Οταν ο Ολυμπιονίκης έφτασε στην πατρίδα του τον περίμενε μια ευχάριστη έκπληξη: είχε προαχθεί σε πιλότο. Τα επόμενα χρόνια, οι αθλητές τής, τότε, ΕΣΣΔ κυριαρχούσαν στα παγκόσμια πρωταθλήματα αλλά ο Τζάκσον πάντα κατάφερνε να στερεί χρυσές διακρίσεις από την ομάδα τους.

Η μυστική ζωή και το «καμουφλάζ» της σκοποβολής

Το 1956 ήταν μια σημαντική χρονιά για τον Αρθουρ Τζάκσον από πολλές πλευρές. Παντρεύθηκε την αγαπημένη του Νάνσι, με την οποία τα επόμενα χρόνια θα αποκτήσουν πέντε παιδιά, πήρε μέρος στους Ολυμπιακούς Αγώνες χωρίς επιτυχία και άρχισε να εργάζεται για την Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών των ΗΠΑ (CIA).

H ζωή του άλλαξε και η μυστικότητα άρχισε να καλύπτει τις κινήσεις του. Η πρώτη του υπηρεσία ήταν στη Γερμανία. Τον επόμενο χρόνο, παράλληλα με την εργασία του, πήρε μέρος στο πρωτάθλημα της Ελβετίας.

Το άθλημα της σκοποβολής του έδινε τη δυνατότητα να ταξιδεύει συνέχεια χωρίς να προκαλεί υποψίες. Το 1958, η παγκόσμια ομοσπονδία σκοποβολής του πρότεινε να γίνει κριτής αλλά, παρότι ήθελε, δεν δέχτηκε την πρόταση καθώς οι υποχρεώσεις με τη CIA ήταν διαφορετικές.

Το 1962 βρέθηκε στην Κίνα, στη συνέχεια στην Ιαπωνία, επέστρεψε στη Βιρτζίνια και γύρισε στην Ιαπωνία όπου έμεινε τέσσερα χρόνια. Δύο χρόνια από τη ζωή του τα πέρασε σε αποστολές στον Παναμά και το 1974 αποστρατεύθηκε τόσο από τη CIA όσο και από την Πολεμική Αεροπορία με τον βαθμό του αντισυνταγματάρχη.

Η «αποστράτευση» από την ενεργό δράση βοήθησε τον ολυμπιονίκη για να βρεθεί ξανά κοντά στο αγαπημένο του άθλημα. Αρχισε να προπονεί αθλητές από την εθνική ομάδα των ΗΠΑ, ενώ υπήρξε και σύμβουλος της ομοσπονδίας της χώρας. Τις ελεύθερες ώρες έβγαζε φωτογραφίες και ψάρευε, ενώ δεν υπήρξε μέρα να μην προπονηθεί και ο ίδιος στη σκοποβολή. Χαρακτηριστικό είναι ότι έπαιρνε μέρος σε τοπικά τουρνουά και κατακτούσε μετάλλια μέχρι την ηλικία των 80 ετών. Σταμάτησε από τη σκοποβολή όταν, εξαιτίας της ηλικίας, ελαττώθηκε η όρασή του.

Το 1999 μπήκε στο Διεθνές Hall of Fame της σκοποβολής. Εφυγε από τη ζωή σε ηλικία 96 ετών, στις 6 Ιανουαρίου 2015.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ