ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Η «ιδιωτικοποίηση» του ΔΕΣΦΑ, κριτική επισκόπηση

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΠΑΡΣΕΝΟΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

​​Η σχετική απόφαση προήλθε από τους δανειστές της χώρας, το 2011, ώστε με την πώληση μέρους των μετοχών που κατείχε το Δημόσιο στον ΔΕΣΦΑ να υπάρξει μερική αποπληρωμή του χρέους της χώρας. Το Δημόσιο θα πωλούσε το 31% και θα διατηρούσε το 34% των μετοχών. Ο έτερος των μετόχων του ΔΕΣΦΑ, δηλαδή τα ΕΛΠΕ, στο πλαίσιο της δικιάς του στρατηγικής, διέθεσε, ταυτόχρονα με το Δημόσιο, προς πώληση το σύνολο των δικών του μετοχών στον ΔΕΣΦΑ, ήτοι το 35%. Στην απόφαση των δανειστών, δημόσια δεν διατυπώθηκε ποτέ από το αρμόδιο ελληνικό υπουργείο κάποια επιφύλαξη, σε σχέση μάλιστα με εναλλακτικές προσεγγίσεις στην πώληση μετοχών του ΔΕΣΦΑ. Ο ΣΥΡΙΖΑ βέβαια, ως αντιπολίτευση, εξέφραζε αντίρρηση με βασικό επιχείρημα ότι στρατηγικής σημασίας υποδομές, όπως οι ενεργειακές, πρέπει να παραμένουν υπό δημόσιο έλεγχο. Μια τέτοια θέση όμως δεν λάμβανε υπ’ όψιν ότι το ευρωπαϊκό νομικό πλαίσιο για τις εταιρείες διαχείρισης ενεργειακών υποδομών, όπως ο ΔΕΣΦΑ, έχει ενσωματώσει ένα τέτοιο πλέγμα προϋποθέσεων και ελέγχων στη λειτουργία τους, ώστε να εξασφαλίζεται το δημόσιο συμφέρον ανεξαρτήτως του ιδιοκτησιακού καθεστώτος και της σύνθεσης των μετόχων. Κρίσιμος βέβαια είναι ο ρόλος των οριζομένων από το Δημόσιο στις θέσεις εποπτείας τέτοιων εταιρειών. Η κατοχυρωμένη δημόσια διαβούλευση σε ζητήματα του ΔΕΣΦΑ με τη συμμετοχή της αγοράς συνεισφέρει στην ορθότητα σχετικών αποφάσεων.

Με άλλα λόγια η επιρροή της ιδιοκτησίας και κατά συνέπεια των οριζομένων από αυτήν διοικήσεων είναι αρκούντως περιορισμένη σε εταιρείες όπως ο ΔΕΣΦΑ σε σχέση με όλες τις υπόλοιπες εταιρείες. Ουδέποτε όμως μέχρι σήμερα το αρμόδιο ελληνικό υπουργείο έλαβε την πρωτοβουλία να εξηγήσει δημόσια τον τρόπο λειτουργίας εταιρειών, όπως ο ΔΕΣΦΑ, και επιπροσθέτως να εκπονήσει εμπεριστατωμένη μελέτη κόστους - οφέλους, για να γνωρίζουν, έστω εκ των υστέρων, οι πάντες, συμπεριλαμβανομένων των δανειστών, ποιοι (και κυρίως η χώρα μας), πώς και υπό ποιες συνθήκες και πόσο ωφελούνται ή βλάπτονται, βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα, από την απόφαση των δανειστών.

Ως μηχανισμός για την υλοποίηση, μέσω διαγωνισμού, της πώλησης των μετοχών του Δημοσίου και των ΕΛΠΕ (ήτοι 66 %) ορίστηκε το ΤΑΙΠΕΔ, οργανισμός χωρίς ειδική γνώση σε εταιρείες διαχείρισης ενεργειακών δικτύων. Λόγω αυτού του ελλείμματος, το ΤΑΙΠΕΔ έπρεπε να βασισθεί, σε σημαντικό βαθμό, κατά την εκπόνηση των προδιαγραφών του διαγωνισμού, στους αρμόδιους ελληνικούς και ευρωπαϊκούς οργανισμούς εποπτείας τέτοιων εταιρειών, συμπεριλαμβανομένου του ελληνικού υπουργείου Ενέργειας, κατ’ εξοχήν όμως στη ΡΑΕ και στις αρμόδιες Διευθύνσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Τα αποτελέσματα της αναφερθείσας μελέτης κόστους - οφέλους θα διευκόλυναν να διατυπωθούν μέσω ΤΑΙΠΕΔ προδιαγραφές του διαγωνισμού που θα διασφάλιζαν το γενικότερο συμφέρον της χώρας σε συνθήκες διαφορετικές της περιόδου του διαγωνισμού. Και στο γενικότερο συμφέρον της χώρας εμπίπτει η εφαρμογή της βασικής αρχής της ενεργειακής πολιτικής της ότι «οι τιμές των ενεργειακών προϊόντων για τα νοικοκυριά, τις επιχειρήσεις και τις διάφορες περιοχές της χώρας είναι προσιτές», επίκληση της οποίας έγινε στην παρέμβαση για μείωση εσόδων του ΔΕΣΦΑ, τον Ιούλιο 2016, του αρμόδιου υπουργού. Για το προσιτό της τιμής, αυτή πρέπει να συσχετίζεται με την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων. Ανεξάρτητα όμως από τη σημερινή δυσπραγία της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας, όπου πολλά ζητήματα είναι προφανή, τέτοια ποσοτική συσχέτιση από το αρμόδιο υπουργείο δεν έχει δημοσιευθεί.

Λόγω των κινδύνων που είχε η τοποθέτηση κεφαλαίων στην Ελλάδα την περίοδο του διαγωνισμού (Μάρτιος 2012 - Ιούνιος 2013), η συμμετοχή στον διαγωνισμό ήταν μικρή και τελικώς υποβλήθηκε προσφορά από μόνο μία εταιρεία, τη Socar, την κρατική εταιρεία πετρελαίου και φυσικού αερίου του Αζερμπαϊτζάν (είναι ειρωνεία ότι η πώληση μετοχών του ΔΕΣΦΑ βαπτίστηκε ως ιδιωτικοποίησή του). Αφού είχε προηγηθεί ανάλυση προσδιορισμού του εύλογου του τιμήματος από εταιρεία συμβούλων, το ΤΑΙΠΕΔ (άρα και οι ενδιαφερόμενοι πωλητές, Δημόσιο και ΕΛΠΕ) έκρινε ως τέτοιο το προσφερθέν ποσό των 400 εκατ. ευρώ για το 66% του ΔΕΣΦΑ σε βελτιωμένη δεύτερη προσφορά. Με βάση τα αναμενόμενα μερίσματα προς μετόχους του ΔΕΣΦΑ κατά την περίοδο υποβολής της προσφοράς, το τελικά προσφερθέν ποσό διαμόρφωνε μια περίοδο ανάκτησης των επενδυόμενων κεφαλαίων της Socar λίγο πάνω από δέκα έτη. Μια τέτοια περίοδος είναι από την πλευρά του αγοραστή ελκυστική για μια καλά συντηρημένη υποδομή, όπως αυτή του ΔΕΣΦΑ, η διάρκεια λειτουργίας της οποίας εκτιμάται σε 35 με 50 έτη. Δεν είναι όμως ελκυστική από την πλευρά του πωλητή. Η προαναφερθείσα μελέτη κόστους - οφέλους δεν υφίστατο (και δεν υφίσταται) για να φωτίσει το εύλογο ή το ελκυστικό του τιμήματος και με άλλες, μη χρηματοοικονομικές, διαστάσεις. Οι πρόσφατες δηλώσεις του αρμόδιου υπουργού για την αξία του ΔΕΣΦΑ δεν αντανακλούν την επιθυμητή παρουσίαση του τρόπου προσδιορισμού της αξίας μιας εταιρείας. Η παρέμβασή του για μείωση των εσόδων του ΔΕΣΦΑ μειώνει τα προσδοκώμενα μερίσματα των μετόχων του ΔΕΣΦΑ, άρα και της Socar, αυξάνει δε τους χρηματικούς πόρους που παραμένουν στους χρήστες των υποδομών του ΔΕΣΦΑ (π.χ. ΔΕΠΑ, όμιλος Μυτιληναίου, κ.ά.) και, με μετακύλισή τους μέσω μειώσεων των τιμών φυσικού αερίου, στους τελικούς καταναλωτές, άμεσα μεν εάν συμπίπτει ο χρήστης με τον τελικό καταναλωτή, δυνητικά δε για τους υπόλοιπους, που αποτελούν και τη συντριπτική πλειοψηφία. Δέσμευση για άμεση μετακύλιση σε όλους δεν έχει διατυπωθεί. Σημειώνεται ότι η μείωση στις τελικές τιμές φυσικού αερίου είναι σχετικά περιορισμένη καθόσον η επίδραση του κόστους μεταφοράς σε αυτές είναι μικρή, δεν παύει πάντως να αποτελεί βελτίωση.

Κατά τη διαδικασία ελέγχου από τη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της συμφωνίας αγοραπωλησίας μεταξύ Socar και Δημοσίου/ΕΛΠΕ και σε συνδυασμό με τη δραστηριότητα της Socar ως εμπόρου/εισαγωγέα φυσικού αερίου στην Ελλάδα και στην Ευρωπαϊκή Ενωση και συμμετοχής της στον αγωγό διαμετακόμισης μέσω Ελλάδος TAP, η Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού έκρινε ότι η αγοραπωλησία θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή εάν το ποσοστό των μετοχών της Socar στον ΔΕΣΦΑ ήταν χαμηλότερο του 50%. Ηδη πριν από την υποβολή των προσφορών είχε εκδηλωθεί, εκπρόθεσμα όμως ως προς τις προθεσμίες του διαγωνισμού, ενδιαφέρον από εταιρείες διαχειριστές αγωγών μεταφοράς φυσικού αερίου εντός της Ευρωπαϊκής Ενωσης για συμμετοχή τους στο μετοχικό κεφάλαιο του ΔΕΣΦΑ. Επί τρία ολόκληρα έτη (!), μετά την υποβολή της τελικής προσφοράς της Socar (Αύγουστος 2013), είμαστε μάρτυρες μιας προσπάθειας να αποσαφηνισθεί το μέγιστο επιτρεπόμενο ποσοστό της Socar στον ΔΕΣΦΑ και να διατεθεί εκ των υστέρων το υπολειπόμενο ποσοστό από τη Socar προς τρίτη εταιρεία με ταυτόχρονη διάσωση του διαγωνισμού στη βάση των όρων προκήρυξής του. Η παρέμβαση του αρμόδιου υπουργού για μείωση των εσόδων του ΔΕΣΦΑ επήλθε σε συνθήκες έντονου περιορισμού της οικονομικής ευρωστίας της Socar λόγω μείωσης των διεθνών τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου και αμφιβολίας ως προς τη ρευστότητά της.

Η μακρά διαδικασία πώλησης μετοχών του ΔΕΣΦΑ (σήμερα είναι πια πενταετής!) αναδεικνύει έλλειμμα καλής προετοιμασίας από τις αρμόδιες ελληνικές αρχές και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και, μετέπειτα, κυρίως, αναποτελεσματικό χειρισμό των σχετικών ζητημάτων από την πλευρά τους. Τυχόν αποτυχία της συγκεκριμένης «ιδιωτικοποίησης» του ΔΕΣΦΑ θα σημαίνει ότι ξοδεύτηκαν χωρίς θετικό αποτέλεσμα σημαντικοί ελληνικοί χρηματικοί πόροι προς συμβούλους κάθε είδους, πολλοί εξ αυτών προερχόμενοι από το εξωτερικό, σε μια περίοδο ένδειας για τη χώρα, και πολύτιμος ανθρωποχρόνος πολλών Ελλήνων. Θα μένει δε για πολλά έτη η πίκρα της αποτυχίας και της επιφυλακτικότητας έναντι της Ελλάδος σε μια γειτονική χώρα, το Αζερμπαϊτζάν, που εμπιστεύτηκε την ελληνική οικονομία σε χαλεπούς καιρούς γι’ αυτήν, και η αρνητική εντύπωση σε δυνητικούς επενδυτές στη χώρα μας.

* Ο δρ Γιώργος Παπαρσένος είναι ενεργειολόγος, διετέλεσε δε διευθύνων σύμβουλος του ΔΕΣΦΑ την περίοδο 2010-2013.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ