ΧΡΗΣΤΟΣ ΡΟΖΑΚΗΣ*

Η μετάλλαξη του κ. Ερντογάν

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ο​​ι πρόσφατες δηλώσεις του προέδρου Ερντογάν για το καθεστώς των νησιών του ανατολικού Αιγαίου, που ακολουθήθηκε από ομοβροντία παρεμβάσεων, στο ίδιο πνεύμα, είναι χαρακτηριστική του νέου προσώπου που παρουσιάζει ο Τούρκος πρόεδρος τον τελευταίο χρόνο. Αν και οι δηλώσεις του είχαν μορφή αμφισβήτησης των εσωτερικών αντιπάλων του –του κόμματος που αποτελεί τη συνέχεια της κεμαλικής παράδοσης–, ωστόσο δεν είναι δυνατόν να μη γνώριζε ότι θα δημιουργούσαν πρόβλημα στην ευαίσθητη ελληνική κοινή γνώμη, που ανησυχεί με τέτοιες ενέργειες.

Φυσικά το εδαφικό καθεστώς που έχει προκαλέσει η Συνθήκη της Λωζάννης δεν κινδυνεύει από τέτοιες δηλώσεις. Κατά το διεθνές δίκαιο είναι μία συνθήκη που δημιουργεί εδαφικό καθεστώς και που δεν ανατρέπεται, εφόσον όλα τα μέρη του δεν το επιθυμούν. Και αυτά είναι πολλά, αφού η Συνθήκη της Λωζάννης είναι μια πολυμερής συμφωνία, με τις νικήτριες δυνάμεις του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου να μετέχουν σε αυτήν. Αλλά και αν κατηργείτο, για κάποιον λόγο, τα εδαφικά καθεστώτα τα οποία περιελάμβανε δεν επρόκειτο να θιγούν, γιατί το καθεστώς που τα ρύθμισε αποτελεί αντικειμενικό γεγονός, το οποίο επιβιώνει της συνθήκης. Επομένως, δεν έχουμε τίποτε να φοβηθούμε σε σχέση με την ελληνικότητα των νησιών.

Αλλά και στην περίπτωση που οι δηλώσεις Ερντογάν περιέχουν μια απειλή για την εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδας και πάλι δεν έχουμε τίποτε να φοβηθούμε. Πολεμικές επιχειρήσεις του τουρκικού στρατού δεν νοούνται για πολλούς λόγους.

Πρώτον, λόγω της κατάστασης του τουρκικού στρατού, μετά το πραξικόπημα.

Δεύτερον, λόγω των πολλών ανοικτών μετώπων που η Τουρκία έχει να αντιμετωπίσει στα ανατολικά εδάφη της (Συρία, Κουρδικό), κάτι που απαιτεί στρατιωτική παρουσία.

Τρίτον, λόγω της διεθνούς συγκυρίας. Καμιά δύναμη δεν θα επιτρέψει το άνοιγμα ενός νέου μετώπου στην περιοχή μας, που πλήττεται από αστάθεια και ένοπλες συγκρούσεις. Αυτό το τελευταίο αποτελεί, εξάλλου, και τον κύριο λόγο για τον οποίο ελπίζουμε ότι θα βρεθεί λύση στο Κυπριακό, η οποία θα θέτει τέρμα στην πολυχρόνια κρίση που μαστίζει το νησί.

Αποτελεί, πάντως, έκπληξη η μετάλλαξη του Ερντογάν από ένα μετριοπαθή ηγέτη, με σαφείς θρησκευτικές καταβολές –τις οποίες, τα πρώτα χρόνια, είχαμε θεωρήσει ότι τις χρησιμοποιούσε για να προσελκύσει ψηφοφόρους από τη βαθιά Aνατολή, όπου η θρησκεία είναι ο μοναδικός τρόπος πολιτικής επικοινωνίας–, σε έναν αυταρχικό ηγέτη, με χαρακτηριστικά που παραπέμπουν σε άλλες εποχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Οι λόγοι

Πού οφείλεται αυτή η μεταβολή; Κατά τη γνώμη μου, σε μια σειρά από λόγους:

• Πρώτον, ότι ο κ. Ερντογάν αισθάνεται παντοδύναμος μετά τις αλλεπάλληλες εκλογικές επιτυχίες του.

• Δεύτερον, είναι απαλλαγμένος από το βάρος των διεθνών υποχρεώσεών του, ιδιαίτερα αυτών που προκύπτουν από την Ευρωπαϊκή Ενωση, αφού έχει αποδεχθεί ότι η Τουρκία δεν πρόκειται να ενταχθεί σε αυτήν στο άμεσο μέλλον. Χωρίς να έχει εγκαταλείψει ολοκληρωτικά αυτό το όραμα, έχει ωστόσο πάρει την πικρή απόσταση από αυτό, που οι ίδιες οι συνθήκες επιβάλλουν.

• Τρίτον, οι σχέσεις του με τις υπερδυνάμεις εξαρτώνται από τη στρατηγική θέση της Τουρκίας, που είναι αναβαθμισμένη την περίοδο αυτήν λόγω των γειτονικών συρράξεων, και που του επιτρέπουν ευέλικτους χειρισμούς. Ο εύκολος τρόπος με τον οποίο αποκατέστησε τις σχέσεις του με τη Ρωσία, μετά την κατάρριψη του ρωσικού μαχητικού αεροπλάνου, είναι ενδεικτικός.

• Τέλος, το στρατιωτικό πραξικόπημα του Ιουλίου και η κατάληξή του που του έδωσαν την αίσθηση παντοδυναμίας και του έλυσαν τα χέρια για την εξαφάνιση των πολιτικών αντιπάλων του, είτε αυτοί προέρχονται από τον χώρο του Γκιουλέν είτε από τον χώρο των κεμαλικών.

Αλλά πόσο θα κρατήσει αυτή η παντοδυναμία; Ο Ερντογάν, στην προσπάθειά του να συντρίψει τους αντιπάλους του, έχει προχωρήσει σε μαζικές εκκαθαρίσεις, που θίγουν χιλιάδες ανθρώπους και τις οικογένειές τους. Εκκαθαρίσεις στον στρατό, στη Δικαιοσύνη, στα μέσα ενημέρωσης, στην Παιδεία, στη διπλωματική υπηρεσία. Κανένας θεσμός στην Τουρκία δεν αφέθηκε ανεπηρέαστος. Η σημερινή παντοδυναμία του, λοιπόν, μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε αδυναμία, όταν πολλές από τις μονάδες που καταδίωξε συσπειρωθούν για να τον πολεμήσουν.

Το Κυπριακό

Ωστόσο, η Ελλάδα σήμερα έχει να κάνει με την παρούσα κατάσταση στην Τουρκία, την οποία πρέπει να αντιμετωπίσει με ψυχραιμία και σθένος. Πρωτίστως γιατί έχουμε ενώπιόν μας μια λύση του Κυπριακού, το οποίο δεν πρέπει, για άλλη μία φορά, να μας ξεφύγει. Ο Κύπριος πρόεδρος και ο Τουρκοκύπριος ηγέτης έχουν δείξει τις καλές τους προθέσεις για να επιλύσουν τη χρόνια κρίση. Τα εναπομένοντα ζητήματα έχουν περισσότερο διεθνή χαρακτήρα (περιουσιακό και αποζημιώσεις, που εξαρτώνται από χορηγίες του εξωτερικού, αντικατάσταση των εγγυήσεων, που, κυρίως εξαρτάται από την καλή θέληση της Τουρκίας). Στα καθαρώς ελληνικά προβλήματα, οι διερευνητικές συνομιλίες βαίνουν καλώς, αν και με αργό βηματισμό, και πρέπει απρόσκοπτα να συνεχιστούν και να αποδώσουν. Κατά συνέπεια, ένα κλίμα καλών σχέσεων με τη γείτονα είναι απαραίτητο για την ευόδωση των δύο βασικών στόχων.

Κατά συνέπεια, δηλώσεις –και μόνον– αυτού του χαρακτήρα, οι οποίες πρωτογενώς αποσκοπούν σε άλλους παραλήπτες, δεν πρέπει να εκτροχιάζουν την ελληνική πολιτική. Μετριοπαθείς απαντήσεις πρέπει να υπάρχουν, αλλά πρέπει να το πάρει απόφαση κάποιος ότι ο χαρακτήρας του Τούρκου ηγέτη και οι συνθήκες που τον περιβάλλουν είναι πρόσφορα για λεκτικές καταχρήσεις, όπως αυτές οι τελευταίες.

* Ο κ. Χρήστος Ροζάκης είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ