Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Στο βασίλειο της σκιάς

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η ​​έκφραση «προσωπικές αιχμές και βολές σημάδεψαν» το ντιμπέιτ ή τη συζήτηση στη Βουλή ή τη σύγκρουση ανάμεσα στην κυβέρνηση και στην αντιπολίτευση είναι τόσο διαδεδομένη ώστε να τη συμπληρώνουμε σχεδόν μηχανικά ακόμη κι όταν δεν γράφεται ή δεν ακούγεται. Μάλιστα εάν μια αντιπαράθεση εξελιχθεί χωρίς «προσωπικές αιχμές», ξενίζει. Στη συζήτηση στη Βουλή για την παιδεία, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης στην πρωτολογία του ήταν αυστηρά εντός θέματος, αγνοώντας τις προκλήσεις του πρωθυπουργού. Στη συνέχεια όμως, σύμφωνα με δημοσιεύματα, «υπέκυψε στις πιέσεις συνεργατών και βουλευτών» που του ζήτησαν να υψώσει τους τόνους και να σηκώσει το γάντι. Κάπως έτσι άρχισαν και οι προσωπικές αιχμές για το ποιος πήγε σε δημόσιο ή ιδιωτικό σχολείο, αν πάλεψε ή όχι στους σχολικούς και τους φοιτητικούς αγώνες κ.ο.κ. Ενώ δηλαδή ο κ. Κυριάκος Μητσοτάκης προσπάθησε να κάνει τη διαφορά, υποχώρησε, στο τέλος, στην πεπατημένη τού «τι θέλει να ακούσει ο ψηφοφόρος», ο κόσμος, οι «πελάτες» ή όπως αλλιώς αποκαλούν τα επιτελεία των κομμάτων την παράμετρο αυτή, την οποία ερμηνεύουν αναλόγως.

Βέβαια η έννοια του «επικοινωνιακού πολιτικού» –αυτού με ρητορικές, ενδυματολογικές ικανότητες ή επιδεξιότητα στις δημόσιες σχέσεις– έχει υπερεκτιμηθεί τόσο ώστε να εξελιχθεί σε φυλακή για τους περισσότερους, ερήμην των δυνατοτήτων τους. Για παράδειγμα, οι λογογράφοι του κ. Τσίπρα όταν φορτώνουν τις ομιλίες του με αναφορές στον Χέγκελ, στον Μπροντέλ, στον Χαλίλ Γκιμπράν, σε ένα συμπίλημα που μόνο στόχο έχει να πείσει για την «ανωτέρα μόρφωσή» του, φέρνουν το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα. Τα ονόματα προφέρονται τόσο αποστασιοποιημένα, ηχούν τόσο «ξένα» ώστε οι αναφορές από πλεονέκτημα καταλήγουν φτιασίδια φορτικά, που αποκαλύπτουν αντί να συγκαλύπτουν τη γύμνια.

O Αμερικανός ιστορικός Daniel Boorstin (1914-2004) παρατηρεί ότι οι σύγχρονοι εθνικοί ήρωες της Αμερικής έγιναν αντικείμενο θαυμασμού όχι γιατί ήταν κάτοχοι κάποιου θείου χαρίσματος ή εξαιρετικού ταλέντου, αλλά επειδή διέθεταν την κοινή λογική και ενσωμάτωναν το λαϊκό αξιακό σύστημα της εποχής τους (ο Τζορτζ Ουάσιγκτον ή ο Φράνκλιν Ρούζβελτ). Στην εποχή της μαζικής διαμεσολάβησης, η κοινή γνώμη δεν αναζητεί στις ηγετικές - ηρωικές φυσιογνωμίες μια προσομοίωση του Θεού ή του μεγαλείου, αλλά μια εξιδανικευμένη προβολή του εαυτού της. Στις συνθήκες αυτές, η κοινωνική ζωή σε μεγάλο βαθμό αντιγράφει και αναπαράγει τον κώδικα της διαφήμισης, ο οποίος καθιστά κυρίαρχη αξία όχι κάποια υπερβατική και αναμφισβήτητη αλήθεια, αλλά το διαρκές ζητούμενο της αξιοπιστίας. Η σύγχρονη εικονική πραγματικότητα στην οποία πρέπει να ενταχθούν και να ανταποκριθούν τα πολιτικά πρόσωπα πάσχει ενδημικά από μια πολύσημη ασάφεια, με αποτέλεσμα τα εφήμερα κριτήρια εμπιστοσύνης να καθορίζονται από την επιβεβαίωση μιας σειράς από σύμβολα και πρακτικές της καθημερινής ζωής και της δημοφιλούς κουλτούρας. Την άποψη του Boorstin αλιεύσαμε από το πολύτομο έργο «Πολιτική επιστήμη - Διακλαδική και συγχρονική διερεύνηση της πολιτικής πράξης» (εκδ. Σιδέρη) που κυκλοφόρησε πρόσφατα, σε σχεδιασμό, επιμέλεια και εισαγωγικά κείμενα του καθηγητή Α.-Ι. Δ. Μεταξά. Συμμετέχουν 186 επιστήμονες και πανεπιστημιακοί με πρωτότυπες εργασίες τους.

«Μέσα από την αναφορά σε προσωπικά χαρακτηριστικά, αποδίδεται η ευθύνη στα πρόσωπα όχι στις διαδικασίες», σημειώνει ο κ. Μεταξάς. Τα «πρόσωπα» (δηλαδή το προσωπικό στοιχείο) για τον πολίτη αλλά και για τους πολιτικούς είναι κάτι γνώριμο ή κάτι που μπορεί να υποθέσουν, ενώ τις διαδικασίες και τους θεσμούς γνωρίζουν λιγότερο ή καθόλου. Γι’ αυτό και είναι δύσκολη η διάκριση μεταξύ αξιολογικών κρίσεων και πραγματικών γεγονότων. Η διάκριση ανάμεσα στο γεγονός και στην εντύπωση.

Το απόφθεγμα του Boorstin, με βάση τη λειτουργία των ψευτογεγονότων, ότι «η εικόνα πιο ενδιαφέρουσα από το πρωτότυπο, έχει μετατραπεί η ίδια σε πρωτότυπο. Η σκιά έχει αντικαταστήσει την ουσία», περιγράφει σκωπτικά τη μεταμοντέρνα συνθήκη στην οποία έχει εισέλθει και το πολιτικό προσωπικό.

Από τις αρχές του ’90, που τοποθετείται το απόφθεγμα του Αμερικανού ιστορικού (τόμος 3ος, Βασίλης Βαμβακάς «Το πολιτικό στυλ»), έχουν περάσει πάνω από δύο δεκαετίες, το Διαδίκτυο παράγει τις δικές του «εικόνες» και αναπαράγει «σκιές», υποκαθιστώντας τις περισσότερες φορές την «ουσία» με τη συνθηματολογία. Αν δεχθούμε ως υπόθεση ότι «με τη συνθηματολογία καθίσταται αυτομάτως ύποπτο αυτό που λες», τότε τα επιτελεία που περιβάλλουν τους πολιτικούς αρχηγούς θα έπρεπε να λάβουν πολύ σοβαρά υπόψη τους τον τρόπο που τους κατευθύνουν.

Είναι όμως έτσι; Δεν υπάρχει πολιτική ομιλία που να μην περιέχει φράσεις - συνθήματα, τα οποία να μπορούν, στη συνέχεια, να αναπαραχθούν διαδικτυακά. Κι εδώ, κατά κάποιον τρόπο, «η σκιά έχει αντικαταστήσει την ουσία». Κι εδώ, οι μεγάλες ταχύτητες δεν ευνοούν την περίσκεψη, ένα είδος δισταγμού. Ο γρήγορος χρόνος υπαγορεύει τακτικές και όχι στρατηγικές («τακτικισμός: υποταγή χωρίς διάλογο). Ο γρήγορος χρόνος δεν επιτρέπει «παρακείμενες προσεγγίσεις» (έμμεσες πληροφορίες για την εξουσία, μέσα από τη λογοτεχνία ή το θέατρο, λόγου χάρη) αλλά άμεσες επιθέσεις, σαφείς, προσωπικές αναφορές.

Κάπως έτσι εξαντλούνται και τα τελευταία αποθέματα καλλιέργειας, πολιτικής και κοινωνικής, και η διάσταση ανάμεσα στην προσωπική μόρφωση και στην ευρύτερη καλλιέργεια γίνεται αβυσσαλέα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ