Στέφανος Κασιμάτης ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ

Το παιχνίδι έχει αλλάξει

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΦAΛHPEYΣ

Ο​​ι θέσεις μου για την Εκκλησία της Ελλάδος –στην οποία, να το ξαναπώ, δεν ανήκω– είναι γνωστές και δεν υπάρχει λόγος να τις επαναλάβω. Πρέπει, όμως, να είναι κάποιος τελείως ανιστόρητος ή τυφλωμένος από ιδεολογικό μίσος για να μην αντιλαμβάνεται ότι αυτή η Εκκλησία, με όλα τα αρνητικά της, είναι ο αρχαιότερος θεσμός, με ιστορική συνέχεια, του ελληνικού έθνους και του κράτους. Δεν συζητώ αν μου αρέσει αυτό ή όχι· λέω, απλώς, αυτό που έχω καταλάβει ζώντας εδώ και μελετώντας την ιστορία του τόπου στον οποίο ανήκω. Αυτή η Εκκλησία έχει ρίζες σε τούτη τη χώρα και την κοινωνία της – και το λέω ως επικριτής της. Επομένως, οποιαδήποτε θεμιτή απόπειρα μεταρρύθμισης των σχέσεων Πολιτείας - Εκκλησίας πρέπει να επιχειρείται με σοβαρότητα.

Ομως τις προηγούμενες δύο εβδομάδες είδαμε την κυβέρνηση να στήνει μεθοδικά μια κλιμακούμενη σύγκρουση με την Εκκλησία, η οποία κάποιες ώρες πήγε να μοιάσει επικίνδυνα με την κρίση του 1962 για τους ρωσικούς πυραύλους στην Κούβα. Υπήρξε στιγμή, θυμίζω, που ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος υπαινίχθη (εδώ ταιριάζει το στερεότυπο «εμμέσως πλην σαφώς»...) δημοψήφισμα, αναφερόμενος σε προσφυγή στον λαό. Για την κυβέρνηση, όλο αυτό ήταν εξαρχής ένα επικοινωνιακό παιγνίδι, προς χάριν του σκληροπυρηνικού ακροατηρίου στο επικείμενο κομματικό συνέδριο. Ο συμβιβασμός της κυβέρνησης με την Εκκλησία είχε επιτευχθεί προτού πραγματοποιηθεί η συνάντηση στο Μαξίμου – ένας συμβιβασμός που παραμένει θολός, ουδείς αντελήφθη ακριβώς τι συμφωνήθηκε. Ο απολογισμός, προσώρας, λέει ότι η κυβέρνηση μάλλον έκαψε το θέμα της εκκοσμίκευσης του κράτους (που για την Αριστερά θα έπρεπε να είναι ιερό...) και, επίσης, φαίνεται ότι βάζει στο ράφι έρευνα και πιλοτική εφαρμογή ετών για τον εκσυγχρονισμό του μαθήματος των Θρησκευτικών. Από την πλευρά της, η Εκκλησία κέρδισε χρόνο, δεν υπέστη απώλειες και συσπείρωσε τον κόσμο της ως διωκόμενη. Ολο αυτό, δε, για ένα πιστοποιητικό αριστεροσύνης της κυβέρνησης προς το συνέδριο! Αξιζε;

Τα ίδια χαρακτηριστικά –επιπολαιότητα, παιδαριώδη ελαφρότητα, άγνοια κινδύνου, αμάθεια– βρίσκουμε και στα άλλα «συνταρακτικά» της εβδομάδας που πέρασε. Η έκπτωση του Ισίδωρου Ντογιάκου από τη θέση του προϊσταμένου της Εισαγγελίας Εφετών, λ.χ., πώς εξηγείται; Γκάφα, λεβέντικη και μεγαλοπρεπής ως αρμόζει σε Ελληνες ή θρασεία υπαναχώρηση από μια συμφωνία που είχαν κάνει και τώρα κρίνουν ότι δεν τους εξυπηρετεί; Ας πούμε, όμως, ότι αυτό είναι λεπτομέρεια. Κοιτάξτε τη γενική εικόνα στη Δικαιοσύνη: με τόσα σοβαρά θέματα ανοιχτά στους κόλπους της, ο πρωθυπουργός καλεί την ηγεσία της Δικαιοσύνης στο γραφείο του και, με δηλώσεις του εκτενείς και σαφέστατες, δίνει στο γεγονός έναν χαρακτήρα αποκλειστικά μισθολογικό και συνδικαλιστικό. Το αποκορύφωμα, δε, είναι ότι υπόσχεται ρητώς αυξήσεις. Προφανώς, δεν τον ένοιαζε πώς ακούστηκαν στον κόσμο (ή να τον πω «κοσμάκη»;) τα περί αυξήσεων, σε μια οικονομία μάλιστα που διαρκώς συρρικνώνεται. (Παρεμπιπτόντως, μήπως αυτές τις αυξήσεις εννοούσε ο Κατρούγκαλος όταν είπε, προ δεκαημέρου σε συνέντευξη, «θα υπάρξουν και αυξήσεις σε μισθούς, γιατί κάποιοι κλάδοι πάνε καλύτερα από άλλους»;) Οσο για την επιτροπή που θα προτείνει στην κυβέρνηση ιδέες για την αναθεώρηση του Συντάγματος, δεν έχω λόγια δικά μου. Εχω μόνο δύο ονόματα, τα οποία λένε τα πάντα και με τον καλύτερο τρόπο: Κιμούλης και Μίχαλος...

Σε κάθε παιχνίδι τους από αυτά που περιγράφω παραπάνω, αναρωτιέσαι αν οι άνθρωποι που κυβερνούν τη χώρα είναι απλώς ανίκανοι λόγω πολιτισμικής υστέρησης ή πρωτοφανώς αδίστακτοι. Εφόσον απειλείται το στενό συμφέρον της κυβέρνησης, δηλαδή η παραμονή της στην εξουσία, βλέπουμε αρχές, συμφωνίες, δεσμεύσεις να πετάγονται στα σκουπίδια, με το ίδιο μείγμα θράσους και κυνισμού που πάντα σοκάρει.

Απορούμε, επειδή αρκετοί από εμάς, όσοι πιστεύουμε στους δημοκρατικούς θεσμούς της Δύσης, ιδίως δε οι περισσότερο συντηρητικοί, δεν έχουμε καταλάβει ακόμη ότι το παιχνίδι της πολιτικής στη χώρα μας έχει πια αλλάξει. Η πραγματική διαχωριστική γραμμή σήμερα είναι μεταξύ των αντισυστημικών αριστεροδεξιών που συμβαίνει να κυβερνούν και των άλλων που επιδιώκουν τον εκσυγχρονισμό του συστήματος. Αυτό δεν έχει γίνει ευρέως αντιληπτό στον λεγόμενο αστικό κόσμο και είναι ο λόγος για τον οποίο κάποιοι προσπαθούν μάταια να εξηγήσουν το φαινόμενο ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ με όρους του παρελθόντος. Εκπλήσσονται κάθε φορά που βλέπουν τους κυβερνώντες να καταπατούν αδίστακτα τους κανόνες του παιχνιδιού.

Από τη δική τους σκοπιά, όμως, οι κυβερνώντες δεν είναι ούτε ηλίθιοι ούτε αστοιχείωτοι, όπως επιμένουμε να τους βλέπουμε εμείς από την οπτική γωνία μας. Είναι αντισυστημικοί: θέλουν να κρατούν το σύστημα για να το φέρουν στα μέτρα τους· γι’ αυτό και δεν πρόκειται να παραδώσουν εύκολα την εξουσία. Εν αντιθέσει και προς τις χειρότερες κυβερνήσεις του παρελθόντος, τούτοι εδώ δεν έχουν ούτε καν υποκριτικό σεβασμό για τους θεσμούς και, γενικώς, για τους κανόνες ό,τι και αν αφορούν αυτοί. Συμπεριφέρονται και λειτουργούν σαν ιδιοκτήτες του συστήματος, όχι ως διαχειριστές του. Εξ ου η ευκολία με την οποία κάνουν παιχνίδια πότε με το Σύνταγμα, τη Δικαιοσύνη ή την Εκκλησία. Κάποτε –τότε που ορισμένοι βλέπαμε την κρίση να έρχεται– είχε νόημα να ζητούμε συναίνεση και εθνική συνεννόηση. Σήμερα είναι ένα άτοπο αίτημα. Περάσαμε σε άλλη εποχή. Αν θέλουμε να επιβιώσουμε, πρέπει πρώτα να νικήσουμε στην πολιτική μάχη για τον εκσυγχρονισμό του συστήματος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ