ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Πρώτα έξοδος στις αγορές και μετά η ένταξη στο QE

ΒΑΣΙΛΗΣ ΖΗΡΑΣ

Εμπόδια στον σχεδιασμό του προέδρου της ΕΚΤ, Μάριο Ντράγκι, για τη συμμετοχή της Ελλάδας στο QE βάζουν οι εκλογές στη Γερμανία.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ο εκλογικός κύκλος σε αρκετές χώρες της Ευρωζώνης και κυρίως στη Γερμανία δημιουργεί μεγάλα εμπόδια όχι μόνο στην ελάφρυνση του χρέους, αλλά και στην ένταξη των ελληνικών ομολόγων στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης (QE) της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ).

Σύμφωνα με κύκλους της ΕΚΤ, στην περίπτωση που ο κ. Σόιμπλε μπλοκάρει τελικά τις αποφάσεις του Eurogroup για τα μεσοπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους, κάποια μέλη του διοικητικού συμβουλίου της σκέφτονται να θέσουν ως προαπαιτούμενο για ένταξη στο QE να έχει βγει η Ελλάδα στις αγορές.

Οι εισηγητές της πρότασης αυτής υποστηρίζουν ότι όσο δεν υπάρχει απόφαση του Eurogroup για τα μέτρα που θα εφαρμοστούν από το 2018, ώστε να διατηρηθούν κάτω από το 15% του ΑΕΠ οι ετήσιες δαπάνες εξυπηρέτησης του χρέους, η ΕΚΤ δεν μπορεί να κάνει ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους. Κι όσο δεν υπάρχει ανάλυση βιωσιμότητας, τα μέλη του Δ.Σ. δεν μπορούν να βάλουν την υπογραφή τους σε μια απόφαση για αγορά ελληνικών ομολόγων από την ΕΚΤ.

Αγοραστές

Αυτό θα μπορούσε να γίνει μόνο εάν η Ελλάδα αποδείκνυε ότι βρίσκονται αγοραστές για τα ομόλογά της, εάν δηλαδή έκανε μια έκδοση ομολόγου. Η έκδοση δεν χρειάζεται να είναι μεγάλη, αλλά θα πρέπει να είναι κανονική και όχι ιδιωτική τοποθέτηση. Πρόκειται για μια πρόταση που... βάζει το κάρο μπροστά από το άλογο. Αντί το QE να διευκολύνει την πρόσβαση της χώρας στις αγορές, πρέπει να διευκολύνει η επιστροφή στις αγορές την ένταξη στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης.

H αγορά ελληνικών ομολόγων από την ΕΚΤ είναι ένα από τα μεγάλα στοιχήματα της κυβέρνησης. Δεν είναι μόνο η ρευστότητα που θα έρθει στην οικονομία, αλλά και ένα ισχυρό σήμα ότι η ΕΚΤ έχει εμπιστοσύνη στις προοπτικές της χώρας. Ολοι οι ξένοι επενδυτές στις επαφές τους με Ελληνες, είτε είναι κυβερνητικά στελέχη είτε επιχειρηματίες, θέτουν την ένταξη στο QE ως μια από τις προϋποθέσεις για να εξετάσουν το ενδεχόμενο να επενδύσουν στη χώρα.

Ο πρόεδρος της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι έχει δηλώσει πως, αφού ολοκληρωθεί η αξιολόγηση και αποφασιστούν τα μέτρα για το χρέος, η κεντρική τράπεζα θα κάνει τη δική της ανάλυση βιωσιμότητας πριν αποφασίσει για τη συμμετοχή της Ελλάδας στο QE. Ο σχεδιασμός Ντράγκι βασιζόταν στην απόφαση του Eurogroup τον Μάιο του 2016, σύμφωνα με την οποία μετά το πέρας της πρώτης αξιολόγησης ο ESM θα εισηγείτο και οι υπουργοί Οικονομικών της Ευρωζώνης θα αποφάσιζαν βραχυπρόθεσμα, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους.

Τα μέτρα

Τα μεσοπρόθεσμα θα αποφασίζονταν μεν τώρα, ώστε να μπορεί να τα συνεκτιμήσει το ΔΝΤ για τη συμμετοχή του στο ελληνικό πρόγραμμα, αλλά θα εφαρμόζονταν μετά το τέλος του προγράμματος, τον Ιούνιο του 2018. Τα μέτρα που περιγράφονταν στην απόφαση του Eurogroup ήταν η επέκταση της περιόδου χάριτος και της επιμήκυνσης των δανείων, καθώς και η επιστροφή των κερδών των κεντρικών τραπεζών της Ευρωζώνης από τοποθετήσεις σε ελληνικά ομόλογα.

Η πρώτη αξιολόγηση καθυστέρησε και οι αποφάσεις για το χρέος μετατέθηκαν για μετά τη δεύτερη αξιολόγηση. Αλλά είναι αμφίβολο αν και αυτό το χρονοδιάγραμμα τηρηθεί, δεδομένου ότι το Βερολίνο δεν θέλει να ληφθούν αυτές οι αποφάσεις πριν από τις εκλογές.

Η γερμανική κυβέρνηση, αν και κάποτε θεωρούσε εκ των ων ουκ άνευ τη συμμετοχή του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα, τώρα δεν είναι διατεθειμένη να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις για την ελάφρυνση του χρέους. Και προς το παρόν εμμένει σε αυτή τη θέση, έστω κι αν αυτό σημαίνει ότι μπορεί να φύγει οριστικά το ΔΝΤ ή να παραμείνει ως τεχνικός σύμβουλος χωρίς να δώσει νέα κεφάλαια.

«To χρέος δεν προκαλεί πρόβλημα στην ελληνική οικονομία την επόμενη δεκαετία, καθώς το κόστος αποπληρωμής του είναι χαμηλότερο από αυτό της Γερμανίας. Το πρόβλημα της Ελλάδας είναι ότι πρέπει να γίνει ανταγωνιστική», είπε ο κ. Σόιμπλε. Ηταν μια απάντηση στην κ. Λαγκάρντ, η οποία λίγο νωρίτερα είχε πει ότι αυτή τη φορά το Ταμείο δεν προτίθεται να κάνει τα στραβά μάτια στο θέμα του χρέους, όπως έκανε το 2010. Επίσης, αυτή τη φορά η Γερμανία είναι πιθανό να μην έχει στο πλευρό της παραδοσιακούς συμμάχους της, όπως η Ολλανδία και η Φινλανδία, οι οποίοι θέλουν να παραμείνει το ΔΝΤ στο πρόγραμμα.

Τυχόν εμπλοκή όμως της ΕΚΤ και του QE σε αυτή τη διελκυστίνδα αναβαθμίζει σημαντικά το μέγεθος του προβλήματος για την κυβέρνηση, ειδικά εάν χρειαστεί να διαμορφώσει ταχύτατα προϋποθέσεις εξόδου –έστω και δοκιμαστικής– στις αγορές. Ωστόσο, οι market friendly πολιτικές δεν ήταν ποτέ το ισχυρό χαρτί της.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ