ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Υπεραισιόδοξες οι προβλέψεις για την ανάπτυξη

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

Σύμφωνα με το προσχέδιο του προϋπολογισμού που ετοίμασε ο υπουργός Οικονομικών Ευκλ. Τσακαλώτος, προβλέπεται ανάπτυξη 2,7% το 2017.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Είναι ρεαλιστικές οι προσδοκίες της κυβέρνησης και των θεσμών για δυναμική ανάκαμψη της οικονομίας το 2017; Το προσχέδιο του προϋπολογισμού προβλέπει ανάπτυξη 2,7% το 2017. Το ίδιο επίπεδο αύξησης του ΑΕΠ βλέπει, βάσει των εαρινών της προβλέψεων, και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Το ΔΝΤ, σύμφωνα με το World Economic Outlook που δημοσίευσε την περασμένη εβδομάδα, είναι οριακά πιο αισιόδοξο: προβλέπει επιστροφή σε θετικό πρόσημο από φέτος (0,1%, έναντι -0,3% που εκτιμά το υπουργείο Οικονομικών) και μεγέθυνση 2,8% του χρόνου.

Δύο χρόνια πριν, κατά το τελευταίο φθινόπωρο της κυβέρνησης Σαμαρά, οι ελληνικές αρχές και οι δανειστές προέβλεπαν αντίστοιχα νούμερα για το 2015: η ανάπτυξη θα έφτανε το 2,9%, σηματοδοτώντας την εδραίωση της ανάκαμψης που είχε ξεκινήσει δειλά ήδη από το 2014.

Το γεγονός ότι οι προβλέψεις αυτές αποδείχθηκαν απελπιστικά άστοχες, φυσικά, συνδέεται ευθέως με το αυξημένο πολιτικό ρίσκο που συνόδευσε την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία. Σε αντίθεση με τα τέλη του 2015, δεν υπάρχει σήμερα αξιωματική αντιπολίτευση που απειλεί να ανατρέψει στο σύνολό της την εφαρμοζόμενη οικονομική πολιτική, ούτε κάποιο γεγονός στο πολιτικό ημερολόγιο το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να προκληθεί πρόωρη προσφυγή στις κάλπες.

Η Moody’s και η Barclays

Δεν συμμερίζονται όλοι την αισιοδοξία της Αθήνας και των θεσμών, ωστόσο. Ο οίκος αξιολόγησης Moody’s, σε σημείωμά του την περασμένη Δευτέρα, έκρινε μεν θετικά την ψήφιση του πολυνομοσχεδίου με τα προαπαιτούμενα για την υποδόση των 2,8 δισ. ευρώ, αλλά εκτίμησε ότι η ύφεση φέτος θα φτάσει το 0,7% και η μεγέθυνση το 2017 θα κυμανθεί στο 1,8%.

Σε δική της ανάλυση την περασμένη εβδομάδα, η Barclays εμφανίστηκε ακόμα πιο απαισιόδοξη. Σύμφωνα με τη βρετανική τράπεζα, η αύξηση του ελληνικού ΑΕΠ το 2017 θα περιοριστεί στο 0,7%. Οι αναλυτές της βασίζουν την πρόβλεψη αυτή σε σημαντικό βαθμό στην εκτίμηση ότι η συμμετοχή της Ελλάδας στο QE της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας θα αναβληθεί για μετά τις γερμανικές εκλογές του επόμενου Σεπτεμβρίου.

«Τόσο η ελληνική κυβέρνηση όσο και το ΔΝΤ επιδεικνύουν υπερβολική αισιοδοξία στις προβλέψεις τους για το ΑΕΠ της Ελλάδας το 2017, και δεν είναι η πρώτη φορά», σημειώνει στην «Κ» η Μέγκαν Γκριν, επικεφαλής οικονομολόγος της Manulife. «Η Ελλάδα αντιμετωπίζει μια σειρά προκλήσεων οι οποίες θα έχουν αντίκτυπο στις προοπτικές μεγέθυνσής της το 2017».

Η Γκριν για το χρέος

Ο κυριότερος ανασταλτικός παράγοντας, σύμφωνα με την Αμερικανίδα οικονομολόγο, που παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις στη χώρα μας από την αρχή της κρίσης, είναι το θέμα του χρέους: «Είναι μηδαμινές οι πιθανότητες να υπάρξει συμφωνία για ελάφρυνση του ελληνικού χρέους πριν από τις γερμανικές εκλογές. Χωρίς αυτό, οι επενδυτές θα συνεχίσουν να απέχουν από την Ελλάδα».

Επιπλέον, τονίζει, η «πολιτική αστάθεια», όπως φαίνεται «από το πρόσφατο σκάνδαλο με τις τηλεοπτικές άδειες και τη συζήτηση περί πρόωρων εκλογών», συμβάλλει κι αυτή στην απομάκρυνση των επενδυτών.

Τέλος, η κ. Γκριν εκφράζει την έντονη ανησυχία της για την κατάρρευση της συμφωνίας Ε.Ε. - Τουρκίας για το προσφυγικό, με αποτέλεσμα «η Ελλάδα να βουλιάξει πάλι στους πρόσφυγες, σε μια περίοδο όπου η ανάκαμψη και η κοινωνική συνοχή στη χώρα είναι εξαιρετικά εύθραυστες».

O Βέττας για την ανάπτυξη

Σύμφωνα με τον Νίκο Βέττα, γενικό διευθυντή του ΙΟΒΕ, «αντικειμενικά, οι συνθήκες για ανάπτυξη υπάρχουν, ήδη περίπου από μία διετία, εξακολουθούν όμως να είναι πολύ ισχυρές και αντίρροπες δυνάμεις». Για το 2017, «καθώς μια αύξηση της κατανάλωσης θα αυξήσει και τις εισαγωγές, ενώ η εγχώρια αποταμίευση βρίσκεται σε πολύ χαμηλά επίπεδα, ο καταλύτης δεν μπορεί να είναι άλλος από επενδύσεις από το εξωτερικό. Αρα η επίτευξη υψηλών ρυθμών ανάπτυξης, στην περιοχή πάνω από το 2%, δεν είναι εφικτή χωρίς μια σημαντική ενίσχυση της αξιοπιστίας της οικονομικής πολιτικής και της εξωστρεφούς επιχειρηματικότητας».

Ο Μασουράκης και οι φόροι

Στην ίδια γραμμή με τον γενικό διευθυντή του ΙΟΒΕ κινείται και ο Μιχάλης Μασουράκης, επικεφαλής οικονομολόγος του Συνδέσμου Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών. «Η οικονομία είναι ψυχολογία και πολύ εύκολα μπορεί να αντιστραφεί η πορεία, εάν αρχίσουν να γίνονται επενδύσεις και εξαγωγές», δηλώνει στην «Κ». Ωστόσο «το μόνο δεδομένο που έχουμε σήμερα είναι το τσουνάμι της υπερφορολόγησης των 2,5 δισ. ευρώ, με τις δημόσιες δαπάνες να παραμένουν σχεδόν αμετάβλητες, που ωθούν την οικονομία σε ύφεση. Ολα τα άλλα είναι θέματα προσδοκιών». Και καταλήγει: «Εδώ που έχουμε φτάσει δεν είναι δύσκολο να επιτευχθεί η έξοδος από την κρίση και η ανάκαμψη της οικονομίας το 2017, αρκεί η κυβέρνηση, αλλά και ο πολιτικός κόσμος εν γένει, να πιστέψει σε αυτά που κάνει και να υλοποιήσει αποτελεσματικά τις δεσμεύσεις που αναλαμβάνει. Μόνο έτσι θα αποκατασταθούν οι συνθήκες κερδοφορίας, θα γίνουν επενδύσεις και θα δημιουργηθούν νέες θέσεις απασχόλησης και νέα εισοδήματα».

Το υπουργείο Οικονομικών εκτιμά στο προσχέδιο του προϋπολογισμού ότι ο κινητήριος μοχλός της ανάκαμψης θα είναι οι επενδύσεις (ο «ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου»), που θα αυξηθούν κατά 9,1% χάρη στην «αύξηση της πιστωτικής επέκτασης στην οικονομία» και την «αξιοποίηση των ευρωπαϊκών επενδυτικών πόρων».

Οι προϋποθέσεις

Πέρα από τη διευθέτηση του ζητήματος του χρέους και την αξιοποίηση των κοινοτικών πόρων, το υπουργείο θέτει στο προσχέδιο τις εξής προϋποθέσεις για την επίτευξη του φιλόδοξου αναπτυξιακού στόχου του 2017: την «αποτελεσματική αντιμετώπιση του προβλήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων», την εφαρμογή των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που συμπεριλαμβάνονται στο πρόγραμμα, την αποφυγή ενεργοποίησης του δημοσιονομικού «κόφτη» (ο στόχος για το πρωτογενές πλεόνασμα του χρόνου σκαρφαλώνει στο 1,75% του ΑΕΠ) και την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.

Αν όλες αυτές οι προϋποθέσεις πραγματωθούν, το «πιεσμένο ελατήριο» της οικονομίας θα εκτιναχθεί επιτέλους προς τα πάνω. Το πρόβλημα για τη χώρα είναι ότι ορισμένες είναι πέρα από τον έλεγχο της κυβέρνησης, ενώ άλλες –αυτές που συνδέονται με την πιστή εφαρμογή του προγράμματος– προσκρούουν στις ιδεοληψίες πολλών υπουργών, τους οποίους ο πρωθυπουργός δείχνει απρόθυμος να συνετίσει ή να αντικαταστήσει.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ