ΚΟΣΜΟΣ

Το Νομπέλ Ειρήνης στον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ

ΕΦΗ ΠΕΝΤΑΛΙΟΥ*

Ουάσιγκτον, 28 Αυγούστου 1963. Ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ εκφωνεί την περίφημη ομιλία του «I have a dream» από τα σκαλιά του Μνημείου του Λίνκολν, ενώπιον 250.000 ανθρώπων.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

Στις 10 Δεκεμβρίου 1964, ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ Jr. έγινε ο νεότερος άνθρωπος στον κόσμο και μόλις ο δεύτερος Αφροαμερικανός μετά τον ακαδημαϊκό και διπλωμάτη Ραλφ Μπανς, στον οποίο απονεμήθηκε το Βραβείο Νομπέλ. Τιμήθηκε για τη μη βίαιη αντίστασή του στις θεσμοθετημένες φυλετικές διακρίσεις στις ΗΠΑ. Στην ομιλία του κατά την απονομή, ο Κινγκ είπε: «Αποδέχομαι [το βραβείο] για λογαριασμό ενός κινήματος πολιτικών δικαιωμάτων που προσπαθεί […] να δημιουργήσει ένα κράτος ελευθερίας και δικαίου. Εχω επίγνωση ότι μόλις χθες, στο Μπίρμιγχαμ της Αλαμπάμα, τα παιδιά μας, που ζητούσαν αδελφοσύνη, αντιμετωπίστηκαν με πυροσβεστικές μάνικες, άγρια σκυλιά και ακόμη και θάνατο […] Εχω επίγνωση ότι η ακραία, εξουθενωτική φτώχεια μαστίζει τον λαό μου και τον εγκλωβίζει στις τελευταίες βαθμίδες της οικονομικής κλίμακας».

Το δύσκολο παρελθόν των ΗΠΑ

Η νίκη των Βορείων στον αμερικανικό εμφύλιο πόλεμο το 1865 οδήγησε στην ενσωμάτωση της 13ης, 14ης και 15ης τροπολογίας στο Σύνταγμα, οι οποίες κατήργησαν τη δουλεία, παραχώρησαν το δικαίωμα του πολίτη στους Αφροαμερικανούς και απαγόρευσαν στις Πολιτείες να αρνηθούν το δικαίωμα της ψήφου στους πρώην σκλάβους. Ωστόσο, ανεπίσημα, ο Νότος υιοθέτησε «μαύρους κώδικες» που περιόριζαν την ελευθερία των μαύρων και τους μετέτρεπαν σε απλό φθηνό εργατικό δυναμικό. Ο Νότος υποστήριζε τους Δημοκρατικούς και περίμενε. Το 1877 οι «μαύροι κώδικες» θεσμοθετήθηκαν με τους αποκαλούμενους «νόμους του Τζιμ Κρόου» που αποσκοπούσαν να αποτρέψουν την κοινωνική επαφή με τους λευκούς. Κάλυψαν τομείς όπως τις μεταφορές, την εκπαίδευση, τη διαμονή, τα θέατρα, τα νεκροταφεία, τα πάρκα, τα εστιατόρια κ.λπ.

Στις αρχές του 20ού αιώνα, οι Αφροαμερικανοί άρχισαν να οργανώνονται ώστε να αμφισβητήσουν σε νομικό επίπεδο τις διακρίσεις και τον διαχωρισμό. Η διαφυλετική National Association for the Advancement of Coloured People (NAACP) ιδρύθηκε το 1909. Οι δραστηριότητές της ενισχύθηκαν κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν οι μικροί έστω αριθμοί Αφροαμερικανών στρατιωτών (που υπηρετούσαν σε φυλετικά διαχωρισμένες μονάδες), είχαν την εμπειρία της ελευθερίας από διακρίσεις, αλλά και επικοινωνία με τις ιδέες άλλων έγχρωμων λαών. Ο πόλεμος προκάλεσε κοινωνικές αλλαγές και στην ίδια την Αμερική. Εως τότε, το 90% των Αφροαμερικανών ζούσε στον Νότο. Η έλλειψη εργατικού δυναμικού κατά τον πόλεμο προκάλεσε τη «μεγάλη μετανάστευση» και οδήγησε περίπου ένα εκατομμύριο μαύρους στον βιομηχανικό Βορρά, όπου αναζήτησαν οικονομικές ευκαιρίες και ελευθερία από τον «Τζιμ Κρόου». Αλλά για τους μαύρους βετεράνους η επιστροφή ήταν πικρή. Αν και στρατευμένοι, υπέστησαν βία και διακρίσεις ακόμη και στην πρωτεύουσα του κράτους τους. Για πολλούς, η επιστροφή στον ρατσισμό δεν ήταν ανεκτή.

Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος

Η συμμετοχή των ΗΠΑ στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ενίσχυσε τις οργανώσεις που στόχευαν στη βελτίωση της ζωής των Αφροαμερικανών. Η απόφαση του προέδρου Φραγκλίνου Ρούσβελτ να μετατρέψει τις ΗΠΑ σε «οπλοστάσιο της δημοκρατίας», απαιτούσε την πρόσληψη περισσότερων από δύο εκατομμύρια μαύρων στις πολεμικές βιομηχανίες, αλλά σε συνθήκες ακραίων διακρίσεων. Το παράδοξο των Αφροαμερικανών που πολεμούσαν εναντίον του ρατσιστικού χιτλερισμού στην Ευρώπη, τη στιγμή που στην πατρίδα τους στερούνταν βασικών πολιτικών δικαιωμάτων, εξέθετε τον Ρούσβελτ. Δεχόταν τις ψήφους των μαύρων, αλλά αρνήθηκε να νομοθετήσει εναντίον του λιντσαρίσματος, φοβούμενος τις αντιδράσεις των Δημοκρατικών του Νότου.

Τον Απρίλιο του 1941 η NAACP και άλλες οργανώσεις ξεκίνησαν το κίνημα της Πορείας στην Ουάσιγκτον, εναντίον των διακρίσεων στην πολεμική βιομηχανία. Η πορεία ακυρώθηκε όταν ο Ρούσβελτ, αντιλαμβανόμενος πως θα συγκέντρωνε παραπάνω από 150.000 πολίτες, κατήργησε τις διακρίσεις στην πολεμική βιομηχανία. Το 1942 δημιουργήθηκε το Congress of Racial Equality (CORE). Ενεπλάκη σε πράξης πολιτικής ανυπακοής, οι οποίες στο μέλλον θα δίχαζαν το κίνημα των μαύρων. Στον Βορρά, οι Αφροαμερικανοί είχαν το δικαίωμα της ψήφου και της εργασίας, αλλά βρέθηκαν να ζουν σε γκέτο, καθώς οι λευκοί αποσύρονταν σε προάστια αποκλειστικά κατοικημένα από λευκούς. Το 1943, φυλετικές εντάσεις στο Ντιτρόιτ προκάλεσαν τον θάνατο 35 μαύρων και εννιά λευκών.

Οι ΗΠΑ πολέμησαν στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο με έναν φυλετικά διαχωρισμένο στρατό. Ακόμη και το αίμα για μεταγγίσεις διαχωριζόταν. Πορείες πραγματοποιήθηκαν σε πολλές πόλεις του Βορρά, απαιτώντας τη λήξη των διακρίσεων στον στρατό. Το 1944, ο επιφανής ιστορικός του Πανεπιστημίου Χάουαρντ, Ρέιφορντ Λόγκαν, επιμελήθηκε το περίφημο συλλογικό έργο «What the Negro Wants». Το βιβλίο απαιτούσε το τέλος του διαχωρισμού, πλήρη δικαιώματα ψήφου στον Νότο, καταπολέμηση της φτώχειας και των λιντσαρισμάτων και προανήγγελλε τη στοχοθεσία του Κινήματος Πολιτικών Δικαιωμάτων στις επόμενες δεκαετίες.

Η Ευρώπη προσέφερε μια περισσότερο φιλελεύθερη εμπειρία στους μαύρους Αμερικανούς στρατιώτες. Επιπλέον, οι ανάγκες του πολέμου μπορούσαν να αναιρέσουν τις αγκυλώσεις του φυλετικού ζητήματος. Το 1944, κατά τη μάχη των Αρδεννών, ο στρατηγός Ντουάιτ Αϊζενχάουερ, μην έχοντας άλλες μονάδες λευκών, έστειλε για πρώτη φορά μαύρους στρατιώτες στον αγώνα. Τούτα χαλύβδωναν την απόφαση των μαύρων βετεράνων να μην επιτρέψουν στην πατρίδα τους τα φαινόμενα που είχαν αποτρέψει στην Ευρώπη.

Από τη Ρόζα Παρκς στον νόμο του Κένεντι

Η έναρξη του Ψυχρού Πολέμου κατέστησε σαφές ότι ο ρατσισμός δεν ήταν συμβατός με τη ρητορεία του «ελευθέρου κόσμου» που πολεμούσε εναντίον του κομμουνισμού. Το 1947 ο πρόεδρος Χάρι Τρούμαν εγγυήθηκε «ελευθερία και ισότητα σε όλους τους πολίτες μας... και όταν λέω όλους τους Αμερικανούς, εννοώ όλους τους Αμερικανούς». Καθώς το Κογκρέσο ήταν απρόθυμο να ενεργήσει νομοθετικά, στις 26 Ιουλίου 1948, απαγόρευσε τις διακρίσεις σε βάρος του στρατιωτικού προσωπικού, σε ζητήματα φυλής, χρώματος, θρησκείας ή εθνικής καταγωγής. Ηταν ένα τεράστιο πλήγμα στον διαχωρισμό, που έδειξε ότι το σύστημα μπορούσε να αλλάξει και ενθάρρυνε τον ακτιβισμό σε θέματα πολιτικών δικαιωμάτων.

Το 1954 το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ κήρυξε αντισυνταγματική την αρχή «separate but equal» που επέτρεπε στις νότιες Πολιτείες να διατηρούν τις διακρίσεις. Αλλά οι νότιες Πολιτείες αρνήθηκαν να συμμορφωθούν. Τον Δεκέμβριο του 1955 ξεκίνησε το μποϊκοτάζ των λεωφορείων στο Μοντγκόμερι της Αλαμπάμα, όταν η Ρόζα Παρκς συνελήφθη επειδή δεν παραχώρησε τη θέση της σε έναν λευκό άνδρα. Του μποϊκοτάζ ηγήθηκε ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ Jr., πάστορας μιας μικρής εκκλησίας Βαπτιστών στο Μοντγκόμερι. Το μποϊκοτάζ έληξε ένα χρόνο αργότερα, με την κατάργηση του διαχωρισμού στο σύστημα μεταφορών της πόλης. Στις 25 Σεπτεμβρίου 1957 ο πρόεδρος Αϊζενχάουερ έστειλε τον στρατό για να συνοδεύσει εννέα μαύρους μαθητές σε γυμνάσιο που έως τότε δεχόταν μόνον λευκούς, στο Λιτλ Ροκ του Αρκάνσας.

Παράλληλα, ο Κινγκ διακήρυξε τη μη βίαιη διαμαρτυρία ως τη μόνη αποδεκτή στρατηγική στον αγώνα για πολιτικά δικαιώματα.

Από τον Απρίλιο του 1963, στο Μπίρμιγχαμ της Αλαμπάμα, ο Κινγκ και οι ακτιβιστές του διοργάνωσαν ειρηνικές πορείες εναντίον των νόμων του «Τζιμ Κρόου». Περισσότεροι από 3.000, μεταξύ τους και ο Κινγκ, συνελήφθησαν. Ενόσω ήταν στη φυλακή έγραψε το περίφημο βιβλίο του εναντίον του διαχωρισμού, «Letter from Birmingham Jail». Στις 28 Αυγούστου 1963 ηγήθηκε μιας πορείας στην Ουάσιγκτον και εκφώνησε την περίφημη ομιλία του «I have a dream» από τα σκαλιά του Μνημείου του Λίνκολν, ενώπιον 250.000 ανθρώπων.

Η ομιλία του υπήρξε καταλυτική στιγμή για το Κίνημα, αλλά μόλις λίγες ημέρες αργότερα η Κου Κλουξ Κλαν τοποθέτησε βόμβα στην εκκλησία των Βαπτιστών στη 16η Οδό στο Μπίρμιγχαμ, σκοτώνοντας τέσσερα κορίτσια και τραυματίζοντας άλλα 22 άτομα. Η επίθεση ενέπνευσε το τραγούδι «Αλαμπάμα» του Τζον Κολτρέιν. Η ειδησεογραφική κάλυψη του γεγονότος από την τηλεόραση επηρέασε την αμερικανική μεσαία τάξη και υπογράμμισε το πρόβλημα σε μια κοινωνία που γινόταν περισσότερο φιλελεύθερη. Ο πρόεδρος Κένεντι βρέθηκε υπό πίεση να σταματήσει τις υπεκφυγές και να ενεργήσει. Λίγο πριν από τη δολοφονία του πρότεινε στο Κογκρέσο ένα νόμο για τα πολιτικά δικαιώματα.

Γιγάντωση και διάσπαση του Κινήματος

Ο νέος πρόεδρος Λίντον Τζόνσον γνώριζε ότι είχε έρθει η ώρα για τη δικαίωση του Κινήματος. Στις 2 Ιουλίου 1964 υπέγραψε τον Νόμο Πολιτικών Δικαιωμάτων (Civil Rights Act, CRA), που έθετε εκτός νόμου διακρίσεις βασισμένες στη φυλή, στο χρώμα, στη θρησκεία, στο φύλο ή στην εθνική καταγωγή. Ο Νόμος τερμάτιζε τον διαχωρισμό σε δημόσιους χώρους, απαγόρευε τη χρήση ομοσπονδιακών κονδυλίων για την υποστήριξη διακρίσεων και δημιουργούσε την Επιτροπή Ισων Ευκαιριών στην Απασχόληση. Ο Τζόνσον αντιμετώπισε κωλυσιεργία 75 ημερών στη Γερουσία, αλλά εξασφάλισε διακομματική υποστήριξη. Και παρά τις ανησυχίες ότι διασπούσε το κόμμα του, την έκρηξη ταραχών και τον πόλεμο στο Βιετνάμ, θριάμβευσε στις εκλογές του Νοεμβρίου. Ο νέος νόμος υπήρξε κομβικής σημασίας για την εδραίωση της ισότητας όλων των πολιτών.

Ωστόσο, ο CRA δεν έφερε την αρμονία στη βαθιά διχασμένη αμερικανική κοινωνία. Αντί για εορτασμούς προκάλεσε ταραχές στα μαύρα γκέτο του Βορρά, τα οποία αισθάνονταν ότι είχαν παραμεληθεί. Και στον Βορρά οι μαύροι υπέφεραν ακόμη από τον ρατσισμό, αλλά τα προβλήματά τους προέρχονταν κυρίως από τη φτώχεια, την ανεργία, τις ανεκπλήρωτες προσδοκίες, την αστυνομική βία και τα σχολεία που επέβαλλαν διαχωρισμούς (ενώ υποτίθεται ότι δεν ίσχυαν).

Το Κίνημα Πολιτικών Δικαιωμάτων των δεκαετιών του 1950 και 1960 ήταν πρωτίστως υπό την ηγεσία της Εκκλησίας και προσανατολισμένο στην ανερχόμενη μεσαία τάξη των μαύρων. Αλλά η έμφασή του στη μη βία δεν ικανοποιούσε όλους τους μαύρους του Βορρά. Στην αυτοβιογραφία του, «The Fire Next», ο γνωστός μαύρος συγγραφέας Τζέιμς Μπόλντουιν έθετε το ερώτημα, για ποιους μέσα στις κοινότητες των μαύρων ήταν επωφελές το Κίνημα των Πολιτικών Δικαιωμάτων. O Κινγκ προσπάθησε, χωρίς επιτυχία, να απευθυνθεί στο βόρειο γκέτο. Αλλά ο Μάλκολμ Χ, μέλος του κινήματος Nation of Islam άρθρωσε ένα μήνυμα αντιπαράθεσης, φυλετικής υπερηφάνειας και περιφρόνησης για τη μη βία και κέρδισε τις εντυπώσεις. Το 1964-68 σημειώθηκαν μαζικές ταραχές σε όλες τις μεγάλες πόλεις του αμερικανικού Βορρά. Στις 21 Φεβρουαρίου 1965 ο ίδιος ο Μάλκολμ Χ δολοφονήθηκε από το Nation of Islam μετά την αποχώρησή του από αυτό, αλλά οι εκκλήσεις για «black power» ενισχύθηκαν και η γοητεία ακραίων ένοπλων ομάδων όπως οι «Μαύροι Πάνθηρες» διατηρήθηκε ώς τις αρχές της δεκαετίας του 1970.

Οι εξελίξεις αυτές δεν μπορούν να αναιρέσουν τη σημασία της νομοθετικής παρέμβασης του Τζόνσον στο πεδίο των πολιτικών δικαιωμάτων. Ο CRA επεκτάθηκε το 1965 με τον Voting Rights Act και το 1968 (μόλις έξι ημέρες μετά τη δολοφονία του ίδιου του Κινγκ στις 4 Απριλίου) υιοθετήθηκε ο Fair Housing Act. Το νομικό πλαίσιο που συγκρότησε ο Τζόνσον ήταν ο καταλύτης. Η πλήρης ενσωμάτωση και ισότητα για όλους τους Αμερικανούς είναι μια συνεχιζόμενη διαδικασία και μια πρόκληση για τις ΗΠΑ, παρά το γεγονός ότι από το 2008 η χώρα έχει Αφροαμερικανό πρόεδρο.

*Η κ. Εφη Πενταλιού είναι fellow, LSE IDEAS στο London School of Economics.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ