ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Προτεραιότητα της Αθήνας, η παραμονή του Ταμείου στο πρόγραμμα

ΣΩΤΗΡΗΣ ΝΙΚΑΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Την παραμονή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στην Ελλάδα θέτει ως άμεση προτεραιότητα η κυβέρνηση όχι μόνον επειδή η αποχώρησή του θα στερήσει στην Αθήνα έναν φυσικό σύμμαχο στο θέμα χρέους, αλλά κυρίως διότι η απόφαση της Ευρωζώνης να παράσχει τρίτο δάνειο στη χώρα έχει στηριχθεί στην υπόθεση ότι το Ταμείο θα συμμετάσχει στο νέο πρόγραμμα. Στο πλαίσιο αυτό, η μη συμμετοχή του ΔΝΤ θα έχει απρόβλεπτες επιπλοκές, με τις χώρες της Ευρωζώνης ενδεχομένως να αμφισβητούν τη συμφωνία του 2015 και την Ελλάδα να εισέρχεται σε νέα περίοδο μεγάλης αβεβαιότητας.

Υψηλόβαθμοι παράγοντες του υπουργείου Οικονομικών ανέφεραν, μετά τις συναντήσεις που είχαν στην Ουάσιγκτον με τους εκπροσώπους των δανειστών της χώρας, πως υπάρχουν τρία σενάρια. Πρώτον, το ΔΝΤ να είναι εντός του προγράμματος (αυτό επιθυμεί η Αθήνα), δεύτερον, να μην συμμετάσχει στο πρόγραμμα και, τρίτον, το χειρότερο σενάριο είναι να μη ληφθεί καμία απόφαση έως τα τέλη του έτους και να παραταθεί η αβεβαιότητα. Στην κυβέρνηση γνωρίζουν πολύ καλά ότι, αν η χώρα εισέλθει στο 2017 χωρίς να έχουν κλείσει τα θέματα του ελέγχου, του χρέους και της συμμετοχής του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα, τότε μάλλον δεν θα ληφθούν ουσιαστικές αποφάσεις για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Αυτό για δύο λόγους: Πρώτον, το 2017 είναι έτος εκλογών για κάποιες ευρωπαϊκές χώρες (όπως η Γερμανία και η Ολλανδία), οπότε οι κυβερνήσεις τους θα αποφύγουν δύσκολες αποφάσεις. Δεύτερον, το ισχύον πρόγραμμα λήγει τον Ιούνιο του 2018. Οπότε, αν οι διαπραγματεύσεις δεν έχουν καταλήξει σε αποτέλεσμα έως τα μέσα ή τα τέλη του 2017, τότε δεν θα έχει κανένα νόημα η συζήτηση για τον ρόλο του ΔΝΤ σε ένα πρόγραμμα που θα ολοκληρώνεται έπειτα από λίγους μήνες. Ετσι, στην κυβέρνηση φοβούνται ότι, όσο φουντώνει η κόντρα μεταξύ ΔΝΤ και Ευρωζώνης (κυρίως Γερμανίας) για το θέμα του χρέους, τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες να χάσει η Ελλάδα τις όποιες προοπτικές εξόδου από την κρίση υπάρχουν στο προσεχές διάστημα. Ειδικότερα, στο οικονομικό επιτελείο ανησυχούν πως, αν η διαπραγμάτευση για τον δεύτερο έλεγχο το θέμα του χρέους και τον ρόλο του Ταμείο δεν έχουν καταλήξει έως το τέλος του έτους, τότε:

1. Δεν θα έχει στα χέρια της η κυβέρνηση μια απόφαση για το χρέος (όποια κι αν είναι αυτή), ώστε να την παρουσιάσει ως αντίβαρο στα μέτρα που έχουν ληφθεί και εκείνα που θα ακολουθήσουν.

2. Το σενάριο για ένταξη της Ελλάδας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης (QE) της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) θα απομακρυνθεί. Το πρόγραμμα λήγει τον Μάρτιο του 2017 (αν και ενδέχεται να παραταθεί). Οπότε θα πρέπει να έχει επιτευχθεί συμφωνία έως το τέλος του έτους για να επωφεληθεί η Ελλάδα. Επίσης, η ΕΚΤ έχει διαμηνύσει ότι, για να ανοίξει τις πόρτες του QE για την Ελλάδα, θα πρέπει πρώτα η χώρα να έχει επιστρέψει στις αγορές. Κάτι που θεωρείται απίθανο να συμβεί εάν εκκρεμούν οι αποφάσεις για την αξιολόγηση, το χρέος και τον ρόλο του ΔΝΤ.

3. Τίθεται σε κίνδυνο η ομαλή χρηματοδότηση της χώρας. Αν και μεγάλες ανάγκες για αποπληρωμή χρέους δεν υπάρχουν μέχρι τα μέσα του 2017, η Ελλάδα λαμβάνει δόσεις για την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου. Κατ’ επέκταση, ανακοπή αυτής της χρηματοδότησης θα σημάνει και μεγαλύτερα προβλήματα στην πραγματική οικονομία.

Είναι σαφές ότι όλα τα παραπάνω ακυρώνουν στην πράξη το αφήγημα της κυβέρνησης για επιστροφή των επενδύσεων και της ανάπτυξης. Κάτι που θα ανατρέψει όλες τις προβλέψεις του μνημονίου και θα οδηγήσει στην ανάγκη για νέα μέτρα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ