ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Οικονομική ανάπτυξη χωρίς την κατάργηση του ΕΝΦΙΑ

ΒΑΣΙΛΗΣ ΣΑΡΑΦΙΔΗΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Γιατί να πληρώνουμε ΕΝΦΙΑ; Ο φόρος ακίνητης περιουσίας φαίνεται ότι επιβραβεύει έμμεσα τον πολίτη που μια ζωή ξόδευε ότι έβγαζε, ενώ αντιθέτως «τιμωρεί» εκείνον που ήταν συνετός και φρόντιζε να αποταμιεύει με την κάθε ευκαιρία για να δημιουργήσει ακίνητη περιουσία. Εξάλλου, όπως έγραψε με γλαφυρό τρόπο ο κ. Στέφανος Μάνος σε πρόσφατο άρθρο του στην Καθημερινή με τίτλο «Aποψη: Aξίες και παλιές συνταγές», πολλοί από εμάς έχουν δημιουργήσει την περιουσία τους με εισοδήματα που κέρδισαν από την εργασία τους και για τα οποία έχουν ήδη φορολογηθεί στο παρελθόν. Γιατί θα ‘πρεπε να φορολογηθούν ξανά;

Δύο αδέρφια κληρονομούν την περιουσία των γονιών τους, την οποία ρευστοποιούν και μοιράζουν στα δύο. Και οι δύο μένουν με τις οικογένειες τους στο ενοίκιο. Ο ένας επενδύει τα χρήματα που του αναλογούν ανοίγοντας μια δεύτερη επιχείρηση, η οποία δίνει εργασία σε 3 υπαλλήλους. Η επένδυση αυτή τού επιφέρει ένα επιπλέον εισόδημα αξίας 1000 ευρώ κάθε μήνα. Ο άλλος αδερφός επενδύει τα χρήματα του αγοράζοντας ένα σπίτι. Το μηνιαίο κέρδος της επένδυσης του είναι το ποσό που θα πλήρωνε εφόσον εξακολουθούσε να μένει στο ενοίκιο, μετά την αφαίρεση των τόκων που πληρώνει για το συμπληρωματικό στεγαστικό δάνειο που πήρε. Τον πρώτο, το κράτος τον φορολογεί για την επένδυση του. Τον δεύτερο, όχι.

Η απόκτηση ακίνητης περιουσίας πρόκειται για μια επένδυση, όπως επένδυση είναι και η αγορά ομολογιακών τίτλων του ελληνικού δημοσίου, η αγορά εξοπλισμού από μια εταιρεία, οι σπουδές των παιδιών μιας οικογένειας σε ένα καλό πανεπιστήμιο του εξωτερικού, κ.ο.κ. Προφανώς, δεν είναι όλες οι επενδύσεις ίδιες, ούτε εξυπηρετούν τον ίδιο σκοπό.

Η πραγματικότητα όμως είναι ότι στην Ελλάδα βρισκόμασταν στο άλλο άκρο: ο ετήσιος φόρος ακίνητης περιουσίας ήταν ουσιαστικά μηδενικός μέχρι το 2011, ανεξάρτητα μάλιστα από το πόση περιουσία είχε κάποιος και πώς την αξιοποιούσε. Κάτι τέτοιο επιβεβαιώνουν τα διαθέσιμα οικονομικά στοιχεία: για παράδειγμα, το 2010 η Ελλάδα ήταν η χώρα με τα λιγότερα έσοδα από ετήσιους φόρους ακίνητης περιουσίας (0.17% του ΑΕΠ και 0.86% των συνολικών φόρων) σε σύγκριση με όλα σχεδόν τα υπόλοιπα κράτη-μέλη του ΟΟΣΑ.

Εξαίρεση αποτελούν το Λουξεμβούργο και η Ελβετία· δυό χώρες οι οποίες όμως έχουν χαμηλούς φορολογικούς συντελεστές γενικότερα, καθώς και πολύ μικρότερο δημόσιο τομέα από την Ελλάδα.

Ο μηδενικός φόρος ακίνητης περιουσίας είχε το εξής αποτέλεσμα: ένα δυσανάλογα μεγάλο μέρος της εθνικής αποταμίευσης και των δανειακών κεφαλαίων που εισέρευσαν στην χώρα μας τις τελευταίες δεκαετίες κατευθύνθηκε στην αγορά ακινήτων, σε βάρος άλλων μορφών επενδύσεων.

Επενδύσεις, οι οποίες θα ήταν ενδεχομένως περισσότερο παραγωγικές και θα είχαν αυξήσει τον δυνητικό ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης μεσοπρόθεσμα, καθώς και το εθνικό μας εισόδημα. Με απλά λόγια, την ώρα που άλλες χώρες επενδύαν π.χ. στην δημιουργία γνώσεων υψηλής τεχνολογίας, η Ελλάδα επένδυε σε ακίνητα.

Πέρα από τις στρεβλώσεις που δημιουργούνται στην κατανομή κεφαλαίων, υπάρχει ακόμα ένας λόγος, πιο σημαντικός, για τον οποίο δεν πρέπει να καταργηθεί ο ΕΝΦΙΑ: πρόκειται για τον πιο «φιλικό» φόρο όσον αφορά την οικονομική ανάπτυξη.

Υπάρχουν τέσσερεις διαφορετικοί τύποι φόρων σε γενικές γραμμές· ο φόρος εισοδήματος φυσικών προσώπων, ο εταιρικός φόρος, ο φόρος κατανάλωσης, και ο φόρος ακίνητης περιουσίας. Το φορολογικό σύστημα και το μείγμα της φορολογικής πολιτικής παίζει σημαντικό ρόλο στην οικονομική ανάπτυξη μιας χώρας.

Όλοι οι φόροι -χωρίς εξαίρεση- αποτελούν αντικίνητρο για την ανάπτυξη οικονομικής δραστηριότητας. Οι πιο επιβλαβείς όμως είναι οι (υψηλοί) φόροι εισοδήματος φυσικών προσώπων και επιχειρήσεων. Ο λόγος είναι ότι επηρεάζουν αμεσότερα και σε μεγαλύτερο βαθμό τις αποφάσεις των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων σχετικά με το πόσο θα εργαστούν, πόσο θα παράγουν, και πόσο θα επενδύσουν στην βελτίωση της παραγωγικότητας τους.

Ο φόρος κατανάλωσης (ΦΠΑ) έχει μικρότερη επίδραση σε σχέση με τους φόρους εισοδήματος. Παράλληλα όμως είναι λιγότερο «προοδευτικός», δηλ. οι φτωχότεροι πολίτες πληρώνουν μεγαλύτερο ποσοστό του εισοδήματος τους (ανά μονάδα κατανάλωσης) ως φόρο, σε σχέση με τους πλούσιους.

Ο φόρος ακίνητης περιουσίας έχει δύο σημαντικά πλεονεκτήματα: πρώτον, δεν επηρεάζει αρνητικά τις αποφάσεις των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων σχετικά με το πόσο σκληρά θα εργαστούν, τι θα παράγουν, και πόσο θα επενδύσουν σε έρευνα και ανάπτυξη, στον ίδιο βαθμό τουλάχιστον που επηρεάζουν οι υπόλοιποι φόροι. Δεύτερον, έχει έναν θεμελιακά προοδευτικό χαρακτήρα, επειδή στην πράξη υπάρχει μια ισχυρή συσχέτιση μεταξύ της αξίας της ακίνητης περιουσίας του φορολογούμενου πολίτη και του εισοδήματος/πλούτου που έχει.

Πρόσφατα ο κ. Μητσοτάκης από το βήμα της ΔΕΘ υποσχέθηκε λιγότερους φόρους εισοδήματος και μικρότερο κράτος όταν η ΝΔ αναλάβει την διακυβέρνηση της χώρας. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι η συγκεκριμένη πολιτική θα έχει θετική επίδραση στην οικονομία, εφόσον η μείωση των δημόσιων δαπανών γίνει με ορθολογικό τρόπο που μειώνει την γραφειοκρατία και την διαφθορά, ενώ παράλληλα το «μικρότερο κράτος» θίξει και τις κρατικοδίαιτες επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα.

Από την άλλη, είμαι ιδιαίτερα επιφυλακτικός απέναντι στην εξαγγελθείσα μείωση του ΕΝΦΙΑ, και προφανώς είμαι αντίθετος με την συνολική κατάργηση του ΕΝΦΙΑ που πρότεινε ο κ. Μάνος. Ασφαλώς, τα περιθώρια βελτίωσης του φόρου ακίνητης περιουσίας είναι τεράστια, τα φορολογικά βάρη δεν έχουν κατανεμηθεί αναλογικά. Εκεί ακριβώς πρέπει να εστιάσουμε στο μέλλον.
Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, οι διακρατικές ροές κεφαλαίου και εργασίας ολοένα και θα αυξάνονται. Αναγκαστικά, τα φορολογικά έσοδα των κρατών θα μετατοπίζονται σταδιακά σε φορολογικές βάσεις που είναι περισσότερο διαφανείς, έχουν μικρότερη κινητικότητα και περιορισμένες δυνατότητες φοροαποφυγής/φοροδιαφυγής.

Προφανώς, για όλους τους παραπάνω λόγους, ο φόρος ακίνητης περιουσίας είναι και θα είναι πάντα αντιδημοφιλής. Όσοι όμως επενδύσουν πολιτικό κεφάλαιο στη μείωση των φορολογικών εσόδων που αντλούνται από τον ΕΝΦΙΑ, εκτιμώ ότι θα εκτεθούν και θα βρεθούν στη δυσάρεστη θέση να αναθεωρήσουν. Κάτι που γνωρίζει καλά ο κ. Τσίπρας.

* Ο κ. Βασίλης Σαραφίδης είναι επίκουρος καθηγητής Οικονομετρίας στο Monash Business School της Μελβούρνης.

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ